ΥΠΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΚΑΤΣΕΛΗ ΕΜΠΟΡΟΥ, ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΧΡΕΩΝ ΤΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΤΟΥ
Νόμος Κατσέλη

ΥΠΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΚΑΤΣΕΛΗ ΕΜΠΟΡΟΥ, ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΧΡΕΩΝ ΤΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΤΟΥ

ΑΠΟΦΑΣΗ 121/2020 ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ

Από την εκτίμηση τω αποδεικτικών μέσων, τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, και από την εν γένει διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι αιτούντες σύζυγοι, 55 και 50 ετών, αντίστοιχα, έχουν αποκτήσει δυο υιούς, ηλικιών 28 και 26 ετών, αντίστοιχα, εκ των οποίων ο δεύτερος τυγχάνει οικονομικά ανεξάρτητος. Ο μεγαλύτερος υιός τους διαμένει μαζί τους και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας του, τα οποία τον παρόντα χρόνο δεν του επιτρέπουν να εργαστεί.

Ο πρώτος αιτών είναι σήμερα άνεργος, και δεν προέκυψε ότι λαμβάνει τακτική επιδότηση, ενώ διαθέτει επιβαρυμένη υγεία, η οποία δεν του επιτρέπει να εργαστεί. Στο παρελθόν, και δη το έτος 2004, είχε κάνει έναρξη εργασιών ατομικής επιχείρησης με κύρια δραστηριότητα το λιανικό εμπόριο καυσόξυλων, η οποία τον Δεκέμβριο του 2008, μετατράπηκε σε δευτερεύουσα και η επιχείρηση απέκτησε ως κύρια δραστηριότητα το χονδρικό εμπόριο πορτών, παραθύρων και των πλαισίων τους, καθώς και κατωφλιών για πόρτες, από σίδηρο, χάλυβα ή αλουμίνιο. Τις εργασίες της εν λόγω επιχείρησης διέκοψε στις 2-6-2015.

Από τα εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών από το 2009 μέχρι και το 2011, σε συνδυασμό με τα μηχανογραφικά δελτία οικονομικών στοιχείων επιχειρήσεων και επιτηδευματιών των οικονομικών ετών 2011-2014 και των φορολογικών ετών 2014-2015, προκύπτει ότι ο κύκλος εργασιών της ατομικής του επιχείρησης κυμαινόταν σε μεσαία προς υψηλά επίπεδα, ανερχόμενος, το έτος 2008, σε 85.603,64 ευρώ, με τα αντίστοιχα καθαρά κέρδη να αγγίζουν το ποσό των 13.223,67 ευρώ, ακολούθησε δε στο εξής πτωτική πορεία, διατηρούμενος παρ’ όλα αυτά, σε ικανοποιητικά επίπεδα μέχρι και το έτος 2011, με μεγαλύτερο τζίρο αυτόν του έτους 2009, ύψους 70.065,29 ευρώ, και χαμηλότερο εκείνο του έτους 2010, ύψους 36.253,51 ευρώ. Ωστόσο, από το έτος 2012 και στο εξής συρρικνώθηκε σημαντικά ο κύκλος εργασιών της εν λόγω επιχείρησης, ο οποίος περιορίστηκε, το έτος 2013, σε 12.554,48 ευρώ, με τα αντίστοιχα κέρδη να ανέρχονται στο ποσό των 3.160,25 ευρώ, αυξανόμενος το επόμενο έτος σε 23.369,58 ευρώ, προτού εκμηδενιστεί σχεδόν το έτος 2015, οπότε άγγιξε το ποσό των 669,44 ευρώ ετησίως. Από τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτει ότι ενώ αρχικά η ατομική επιχείρηση του αιτούντος διέθετε διευρυμένο κύκλο εργασιών, ο οποίος, με διακυμάνσεις, κυμαινόταν σε υψηλά επίπεδα μέχρι και το έτος 2009, στη συνέχεια τα οικονομικά της μεγέθη και δεδομένα μεταβλήθηκαν επί τα χείρω και ο τζίρος της ακολούθησε πτωτική πορεία, σχεδόν εκμηδενιζόμενος το έτος 2015. Σε αυτό συνέβαλλε καθοριστικά η οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα, η οποία επέφερε καίρια πλήγματα στην οικοδομική δραστηριότητα και τον ευρύτερο κατασκευαστικό κλάδο, στον οποίο δραστηριοποιείται ο αιτών. Από τα προεκτεθέντα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είχε προβεί σε επενδύσεις, καθότι για τις ανάγκες της επιχείρησής του είχε μισθώσει ένα ισόγειο κατάστημα, που χρησιμοποιούσε ως έδρα, αλλά και μία αποθήκη, αλλά και του ότι, όπως κατέθεσε η σύζυγός του, απασχολούσε προσωπικό περιστασιακά, κατά τις περιόδους όπου υπήρχε φόρτος εργασίας, προκύπτει ότι ο αιτών μετήρχετο κατά σύνηθες επάγγελμα και με τη μορφή της οργανωμένης ατομικής επιχείρησης, που διέθετε τον απαιτούμενο εξοπλισμό, εμπορικές πράξεις έναντι ανταλλάγματος, με σκοπό τον βιοπορισμό. Η δραστηριότητά του αυτή ενέχει την έννοια του επιχειρηματικού κινδύνου που ενέχει κάθε εμπορική πράξη, για τον λόγο αυτό, άλλωστε, επήλθαν η συρρίκνωση του κύκλου εργασιών και η μείωση στα κέρδη της. Άλλωστε, από το ύψος του κύκλου εργασιών της επιχείρησης και τον συσχετισμό τούτου με τα καθαρά της κέρδη, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της λογικής και κοινής πείρας, προκύπτει ότι η εν λόγω ατομική επιχείρηση είχε αυξημένα λειτουργικά έξοδα και δεν αποτελούσε μικρής έκτασης δραστηριότητα.

Ο αιτών έπαυσε τις πληρωμές του προς την πιστώτρια σε χρόνο μεταγενέστερο της παύσης εργασιών του και δη λίγους μήνες μετά την διακοπή στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., επομένως, παρ’ ό,τι τύγχανε στο παρελθόν έμπορος, μπορεί να αιτηθεί την υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, καθώς κριτήριο για την υπαγωγή στον Νόμο αποτελεί η ύπαρξη ή μη πτωχευτικής ικανότητας κατά τον χρόνο παύσης των πληρωμών του οφειλέτη και όχι η φύση των χρεών του.

Η δεύτερη των αιτούντων τυγχάνει ιδιωτική υπάλληλος, με μηνιαίες αποδοχές 1.016,00 ευρώ περίπου. Από την πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου του φορολογικού έτους 2018, συνάγεται ότι το καθαρό μηνιαίο της εισόδημα ανέρχεται σε 1.216,33 ευρώ. Οι μηνιαίες αποδοχές της αποτελούν το αποκλειστικό οικογενειακό εισόδημα αμφοτέρων των αιτούντων, με το οποίο καλούνται να καλύψουν τις δαπάνες διαβίωσής τους, που ανέρχονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 1.200 ευρώ μηνιαίως.

Οι αιτούντες διαμένουν σε διαμέρισμα του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου, στο Δήμο Περιστερίου, επιφανείας 94,47 τ.μ., το οποίο ανήκει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα του πρώτου αιτούντος. Η αντικειμενική αξία του διαμερίσματος ανέρχεται, σύμφωνα με τη δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. 2019, στο ποσό των 81.427,50 ευρώ. Επίσης, διαθέτει ακόμη, και τα κάτωθι εμπράγματα δικαιώματα: α) ποσοστό 33,33% εξ’ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας ενός βοσκοτόπου, επιφανείας 505,00 τ.μ., στο Δήμο Μαρκόπουλου Αττικής, β) ποσοστό 50% εξ’ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας ενός βοσκοτόπου, επιφανείας 1.475,00 τ.μ., στο Δήμο Αγίου Κωνσταντίνου του Νομού Φθιώτιδος, και γ) ποσοστό 33,33% εξ’ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας ενός βοσκοτόπου, επιφανείας 550,00 τ.μ., κείμενου στο Δήμο Μαρκόπουλου του Νομού Αττικής. Δεν προέκυψε ότι η αιτούσα διαθέτει ακίνητη περιουσία, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες διαθέτουν κινητή περιουσία.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους κατάθεσης έκαστος των αιτούντων ανέλαβε τα παρακάτω χρέη: ο πρώτος αιτών, ως πρωτοφειλέτης από σύμβαση στεγαστικής πίστης, οφειλή ποσού 17.029,38 ευρώ, ως πρωτοφειλέτης από σύμβαση στεγαστικής πίστης, οφειλή ποσού 12.884,39 ευρώ, ως εγγυητής από σύμβαση καταναλωτικής πίστης, οφειλή ποσού 27.815,07 ευρώ, απαιτήσεις εμπραγμάτως εξασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης πρώτης, δεύτερης και τρίτης τάξης, αντίστοιχα, και ως οφειλέτης από πιστωτική κάρτα, οφειλή ποσού 28,16 ευρώ. Η δεύτερη αιτούσα: ως εγγυήτρια από σύμβαση στεγαστικής πίστης, οφειλή ποσού 17.029,38 ευρώ, ως εγγυήτρια από σύμβαση στεγαστικής πίστης, οφειλή ποσού 12.884,39 ευρώ, και ως πρωτοφειλέτρια από σύμβαση καταναλωτικής πίστης, οφειλή ποσού 27.815,07 ευρώ, απαιτήσεις εμπραγμάτως εξασφαλισμένες. Εν όψει των ανωτέρω, η συνολική οφειλή του πρώτου αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των 57.757,00 ευρώ, εκ του οποίου για το ποσό των 57.728,84 ευρώ ενέχεται απέναντι στην καθ’ ης εις ολόκληρον με τη σύζυγό του, οι συνολικές οφειλές της οποίας εξαντλούνται στο τελευταίο αυτό ποσό. Αποδείχθηκε τέλος, ότι οι αιτούντες όφειλαν να καταβάλουν μηνιαίως για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων, μετά και τη σύναψη εξωδικαστικών ρυθμίσεων-διακανονισμών για τις δανειακές συμβάσεις στεγαστικής πίστης, το ποσό των 671,90 ευρώ.

Από τα φορολογικά έγγραφα, αποδείχθηκε ότι το έτος 2008, οπότε είχαν ήδη αναλάβει το σύνολο του επίδικου δανεισμού τους, το οικογενειακό τους εισόδημα ανερχόταν στο ποσό των 28.185,97 ευρώ. Τα επόμενα έτη, το παραπάνω εισόδημα ακολούθησε πτωτική πορεία. Προκειμένου να καταφέρουν να παραμείνουν συνεπείς στην εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων, οι αιτούντες συνήψαν με την πιστώτρια διακανονισμούς, καταβάλλοντας προσηκόντως μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 2015. Ωστόσο, η διακοπή των εργασιών της ατομικής επιχείρησης του πρώτου αιτούντος και ο συνακόλουθος εκμηδενισμός του ιδίου εισοδήματός του, σε συνδυασμό με την υποχρέωση τήρησης του διακανονισμού οφειλής που είχε συνάψει με τον Ο.Α.Ε.Ε., και νυν ΕΦΚΑ, είχαν ως αποτέλεσμα να μην δύνανται οι αιτούντες στο εξής να εξυπηρετούν τις επίδικες δανειακές τους υποχρεώσεις και να παύσουν τις πληρωμές.

Κατέθεσαν δε την κρινόμενη αίτησή τους τον Δεκέμβριο του έτους 2015, καθότι το καθαρό μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα που διέθεταν εκ των αποδοχών της δεύτερης αιτούσας, ύψους 1.204,13 ευρώ, μόλις επαρκούσε για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογενείας τους. Εξάλλου, η μείωση που είχε υποστεί το εισόδημά τους από το έτος 2008 μέχρι και τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης άγγιζε ποσοστό 48,55%.

Η δε αρνητική σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών τους κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί, ενώ οι δανειακές τους υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς, λόγω της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας.

Από το ύψος του οικογενειακού τους εισοδήματος, τη συνεκτίμηση των δαπανών που απαιτούνται για την ικανοποίηση των βιοτικών τους αναγκών και σύμφωνα με τη μη αναμενόμενη ουσιαστική βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης, προκύπτει ότι συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις του Ν. 3869/2010.
Εν όψει των περιστάσεων που συντρέχουν, το Δικαστήριο ορίζει μηδενικές καταβολές, καθώς η οικονομική τους κατάσταση δεν αναμένεται να βελτιωθεί σημαντικά στο εντεύθεν χρονικό διάστημα, ώστε να δικαιολογείται ορισμός δικασίμου περί επανεξέτασης.

Η προπεριγραφείσα, πλην της κύριας κατοικίας των αιτούντων, ακίνητη περιουσία του αιτούντος δεν κρίνεται πρόσφορη προς εκποίηση, για τον λόγο αυτό εξαιρείται της εκποίησης. Για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, ιδιοκτησίας του αιτούντος, ορίζεται η καταβολή ποσού 240,65 ευρώ, εντόκως, για 240 μήνες, συμμέτρως διανεμόμενο.

Κατόπιν των ανωτέρω, έγινε δεκτή η κρινομένη αίτηση, ρύθμιζοντας τα χρέη των αιτούντων επί τριετία, ορίζοντας μηδενικές καταβολές. Εξαιρέθηκε από την ρευστοποίηση το ακίνητο-κύρια κατοικία των αιτούντων, ιδιοκτησίας του πρώτου, καθώς και η λοιπή ακίνητη περιουσία του. Τέλος, επιβλήθηκε η υποχρέωση στον πρώτο αιτούντα για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, να καταβάλλει στην καθ’ ης το συνολικό ποσό των 57.757,00 ευρώ σε 20 έτη, συμμέτρως διανεμόμενο στις απαιτήσεις της πιστώτριας.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ