ΥΠΑΓΩΓΗ ΣΤΟΝ ΝΟΜΟ ΚΑΤΣΕΛΗ ΑΙΤΟΥΝΤΑ ΠΟΥ ΔΙΑΤΗΡΕΙ ΨΗΤΟΠΩΛΕΙΟ – ΜΗΔΕΝΙΚΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΖΥΓΟ ΤΟΥ
Νομική Προστασία κατά τραπεζών, Νόμος Κατσέλη

ΥΠΑΓΩΓΗ ΣΤΟΝ ΝΟΜΟ ΚΑΤΣΕΛΗ ΑΙΤΟΥΝΤΑ ΠΟΥ ΔΙΑΤΗΡΕΙ ΨΗΤΟΠΩΛΕΙΟ – ΜΗΔΕΝΙΚΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΖΥΓΟ ΤΟΥ

ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 35/2021 ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΝΙΚΑΙΑΣ

Από την εκτίμηση της ανωμοτί εξέτασης της αιτούσας, από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, σε συνδυασμό με την αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων και την επ’ ακροατηρίω προφορική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι αιτούντες, ηλικίας 46 και 43 ετών, είναι σύζυγοι και από τον γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο τέκνα ηλικίας 20 και 15 ετών.

Ο αιτών όπως και κατά τον χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης εξακολουθεί κατά τον χρόνο συζήτησης αυτής και διατηρεί ατομική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών γευμάτων από ψητοπωλείο χωρίς παροχή καθίσματος, ήτοι για όρθιους και διερχόμενους πελάτες και το κέρδος του σύμφωνα με την κατάθεση της αιτούσας ανέρχεται στο ποσό των 500,00 ευρώ περίπου μηνιαίως. Ειδικότερα, ο αιτών έχει μισθώσει ένα ισόγειο κατάστημα επιφάνειας 23,00 τ.μ. στην Νίκαια, για το οποίο καταβάλει μίσθωμα ύψους 230,00 ευρώ μηνιαίως και εργάζεται ο ίδιος αποκλειστικά χωρίς βοηθητικό προσωπικό, ενώ τα έσοδα της επιχείρησής του συνιστούν την αμοιβή της προσωπικής του εργασίας και προέρχονται από την σωματική του καταπόνηση, αποκερδαίνοντας χαμηλά ποσά όπως προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα μηχανογραφικά δελτία οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα (Ε3) από το 2010 έως και 2019. Εξάλλου, όπως κατηγορηματικά κατέθεσε η σύζυγός του, δεν έχει επενδύσει ούτε σε επαγγελματικό εξοπλισμό καθώς και ο ιδιοκτήτης του καταστήματος λειτουργούσε στο παρελθόν αντίστοιχη επιχείρηση και ο αιτών το μίσθωσε εξοπλισμένο. Συνεπώς, ο αιτών ανήκει στην κατηγορία των μικροέμπορων και για το λόγο αυτό δεν έχει αποκτήσει την εμπορική ιδιότητα και επομένως ούτε την πτωχευτική ικανότητα και δύναται καταρχάς να υπαχθεί στις διατάξεις του Ν.3869/2010, ανεξάρτητα από τον χρόνο παύσης των πληρωμών του, απορριπτομένου ως ουσία αβασίμου του προβληθέντος ισχυρισμού της παρισταμένης καθ’ ης περί εμπορικής ιδιότητας του αιτούντος, ζήτημα το οποίο σε κάθε περίπτωση εξετάζεται και αυταπαγγέλτως από το Δικαστήριο.

Η δε αιτούσα εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος σε εταιρεία και οι μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονται στο ποσό των 422,32 ευρώ, πλέον μηνιαίας αναλογίας δώρων και επιδομάτων, δεδομένου ότι αυτή εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα, ώστε το καθαρό μηνιαίο εισόδημά της να διαμορφώνεται στο ποσό των 516,00 ευρώ.

Οι αιτούντες διαμένουν μαζί με τα τέκνα τους στη Νίκαια σε ακίνητο ιδιοκτησίας της μητέρας της αιτούσας το οποίο τους το έχει παραχωρήσει. Η ενήλικη θυγατέρα τους δεν προέκυψε ότι έχει συνεισφέρει οικονομικά στην παρούσα χρονική περίοδο τους αιτούντες γονείς της καθόσον φοιτεί στο ΙΕΚ για την απόκτηση ειδικότητας ως τεχνικός αισθητικής τέχνης και μακιγιάζ και δεν εργάζεται.

Όσον αφορά την περιουσιακή κατάσταση του αιτούντος είναι δικαιούχος δικαιώματος ψιλής κυριότητας κατά ποσοστό 100% ενός διαμερίσματος του δεύτερου πάνω από το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας, κείμενης στην Νίκαια, κατασκευής το 2002, στο οποίο ανήκει κατ΄ αποκλειστική χρήση η υπ’ αριθμ. 2 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου της πυλωτής, επιφάνειας 11,70 τ.μ. καθώς και η υπ’ αριθμ. 6 αποθήκη του υπογείου. Επικαρπώτρια τυγχάνει να είναι η μητέρα του. Η αντικειμενική του αξία ανέρχεται σε 54.817,56 ευρώ, η δε εμπορική αξία του με βάση την παλαιότητα, την τοποθεσία, το έτος κατασκευής και τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά, εκτιμάται στο ποσό των 90.000,00 ευρώ. Το ως άνω ακίνητο μπορεί να χρησιμεύσει στο μέλλον ως κύρια κατοικία του αιτούντος για αυτό και υποβάλλεται αίτημα εξαίρεσής του από την ρευστοποίηση. Πέραν των ανωτέρω δεν προέκυψε ότι ο αιτών διαθέτει ακίνητη περιουσία ή αξιόλογο κινητό περιουσιακό στοιχείο. Η αιτούσα δεν διαθέτει ακίνητη περιουσία ή αξιόλογο κινητό περιουσιακό στοιχείο.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης είχαν αναλάβει τα παρακάτω πιστωτικά προϊόντα για τα οποία έχουν τις κάτωθι οφειλές που σύμφωνα με το νόμο θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι υπάρχουν εμπραγμάτως εξασφαλισμένες απαιτήσεις, υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης, κατ’ αρθ. 6 παρ. 3 του Ν.3869/2010. Ειδικότερα κοινή οφειλή αμφότερων των αιτούντων πηγάζει από σύμβαση ρυθμίσεως δανείου στο οποίο συμβλήθηκαν ως οφειλέτης ο αιτών και ως εγγυήτρια η αιτούσα και για το οποίο οφείλουν εις ολόκληρον μέχρι 19/12/2017 για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, συνολικά 18.411,06 ευρώ. Επίσης, ο αιτών έχει αναλάβει δάνειο ως οφειλέτης και για το οποίο οφείλει μέχρι 12/12/2017 για κεφάλαιο ,τόκους ,έξοδα συνολικά 17,107,30 ευρώ. Επομένως το σύνολο των οφειλών του αιτούντος απέναντι στις πιστώτριες ανέρχεται στο ποσό των 35.518,36 ευρώ και το σύνολο των οφειλών της αιτούσας απέναντι στην πιστώτρια της ανέρχεται στο ποσό των 18.411 ευρώ.

Όπως προέκυψε οι αιτούντες έχουν περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία να πληρώσουν τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους, καθ’ όσον τα έσοδά τους, συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις δεν τους επιτρέπουν να ανταποκριθούν στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών τους ταυτόχρονα με την αξιοπρεπή κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών. Η αρνητική δε σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών τους κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον, λόγω της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας και της μη προοπτικής ανεύρεσης εργασίας με υψηλότερες αποδοχές.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες συμβλήθηκαν το 2007 με τις πιστώτριες στα προαναφερόμενα δάνεια για επισκευή της κατοικίας που τους έχει παραχωρηθεί από την μητέρα της αιτούσας ως οικογενειακή στέγη, τα οποία προϊόντα προκειμένου να παραμένουν ενήμερα απαιτούσαν το ποσό των 550,00 ευρώ περίπου το μήνα, και εξυπηρετούνταν μέχρι το 2012 από το οικογενειακό τους εισόδημα. Η συρρίκνωση ωστόσο του οικογενειακό εισοδήματος λόγω της γενικότερης οικονομικής κρίσης της χώρας, την οποία οι αιτούντες δεν μπορούσαν να προβλέψουν, αποτέλεσε την αιτία που τους περιέφερε σε αδυναμία πληρωμών. Σημειωτέον ότι, οι αιτούντες προέβησαν το 2012 σε διαδοχικές ρυθμίσεις με τις πιστώτριές τους και το συνολικό καταβλητέο ποσό μειώθηκε στα 420,00 ευρώ περίπου το μήνα, στην προσπάθειά τους να παραμένουν συνεπείς στην αποπληρωμή και να ανταπεξέλθουν, πλην όμως, λόγω της έλλειψης ρευστότητας δεν κατάφεραν να τηρούν τις αναληφθείσες υποχρεώσεις τους παρά τις ρυθμίσεις. Τέλος, αποδείχθηκε ότι και το χρονικό διάστημα μετά την κατάθεση της αίτησης η κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών παραμένει και οι αιτούντες δεν έχουν καταφέρει να εξέλθουν αυτής. Επομένως, κατόπιν των προεκτεθέντων συντρέχουν στο πρόσωπο αμφότερων των αιτούντων οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010, εφόσον πρόκειται για φυσικά πρόσωπα, στερούμενα πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη τους δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και έχουν ήδη περιέλθει χωρίς δόλο σε κατάσταση μόνιμης και γενικής πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους.

Όσον αφορά τον αιτούντα δεν διαθέτει αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία, πρόσφορα προς ρευστοποίηση, πλην του προαναφερόμενου ακινήτου που δύναται να χρησιμεύσει στο μέλλον ως κύρια κατοικία του για την οποία υποβάλλεται αίτημα εξαίρεσης. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, πρέπει να ρυθμίσει τις οφειλές του και να ορίσει μηδενικές καταβολές προς τους πιστωτές του για χρονικό διάστημα τριών ετών. Και τούτου επειδή το ποσό των 500,00 ευρώ το μήνα, που όπως αποδείχθηκε σύμφωνα και με την κατάθεση της αιτούσας συζύγου του στο ακροατήριο, του απομένει προς διάθεση από το ατομικό του εισόδημα μετά την αφαίρεση των βιοτικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειάς του, είναι μικρότερο από το ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλλει για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση, όπως εκτίθεται αναλυτικά κατωτέρω, σύμφωνα με τον τρόπο κατανομής των καταβολών της παραγράφου 2 του άρθρου 8 και της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 που ορίζεται στην παράγραφο 2β του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, η οποία προστέθηκε με το ν. 4549/2018 και δυνάμει του άρθρου 68 παρ. 8 του Ν. 4549/2018 εφαρμόζεται και στις δίκες, που είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, σύμφωνα με την οποία «κατά το χρονικό διάστημα των καταβολών της παραγράφου 2 του άρθρου 8 το δικαστήριο κατανέμει το ποσό που μπορεί να καταβάλει ο οφειλέτης μεταξύ της ρύθμισης οφειλών του άρθρου 8 και του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του παρόντος άρθρου, διασφαλίζοντας ότι οι πιστωτές δεν θα βρεθούν χωρίς τη συναίνεση τους σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν, στην οποία θα βρισκόταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης». Η παραπάνω ρύθμιση θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 εφόσον προβλέπεται αίτημα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του αιτούντος από την εκποίηση.

Στα πλαίσια της ρύθμισης του αρθ. 9 παρ. 2 ν. 3869/2010, θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές ίσες με το ποσό του ανταλλάγματος που θα επιτυγχανόταν από την αναγκαστική εκποίηση του ακινήτου της κατοικίας του αιτούντος. Η εμπορική της αξία ανέρχεται στο ποσό των 90.000 ευρώ. Το ποσό του πλειστηριάσματος που θα επιτυγχανόταν σε περίπτωση που εκπλειστηριαζόταν, αφαιρουμένου του ποσοστού απομείωσης αυτής λόγω της αναγκαστικής της εκποίησης, εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε 70.000 ευρώ. Με δεδομένο ότι το υπόλοιπο των απαιτήσεων των καθ’ ων πιστωτών ανέρχεται στο ποσό των 35.518,36 ευρώ, το ποσό που θα υποχρεωθεί τελικώς να αποπληρώσει ο αιτών δεν θα ξεπεράσει τις 35.518,36 ευρώ. Η καταβολή των δόσεων θα ξεκινήσει τον επόμενο μήνα από την δημοσίευση της απόφασης, και θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με 240 μηνιαίες δόσεις ποσού 148 ευρώ μηνιαίως.

Όσον αφορά την αιτούσα, η οποία δεν διαθέτει αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία, πρόσφορα προς ρευστοποίηση, λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, και κυρίως του συνολικού διαθέσιμου οικογενειακού εισοδήματος και του ότι ο αιτών σύζυγός της υποχρεούται να καταβάλει για την εξαίρεση από την εκποίηση της δυνητικής κύριας κατοικίας του ποσό μηνιαίων δόσεων, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι πρέπει να οριστούν γι’ αυτήν μηδενικές καταβολές για μια τριετία. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν θα οριστεί νέα δικάσιμος για επαναπροσδιορισμό μηνιαίων καταβολών, επειδή η οικονομική της κατάσταση δεν εμφανίζει προοπτική βελτίωσης στο άμεσο μέλλον.

Για τους λόγους αυτούς, ρυθμίστηκαν τα χρέη εκάστου των αιτούντων με μηδενικές καταβολές για μια τριετία, και εξαιρέθηκε της εκποίησης η δυνητική κύρια κατοικία του αιτούντος υπό τον όρο καταβολής ποσού μηνιαίων δόσεων 148 ευρώ για 240 μήνες, πλην της τελευταία δόσης 146,36 ευρώ.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ