ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ ΚΑΤΟΙΚΙΩΝ ΑΜΦΟΤΕΡΩΝ ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ-ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΟΦΕΙΛΗΣ ΤΟΥΣ ΥΨΟΥΣ 81.000 ΚΑΙ 114.000 ΕΥΡΩ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΑ
Νομική Προστασία κατά τραπεζών

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ ΚΑΤΟΙΚΙΩΝ ΑΜΦΟΤΕΡΩΝ ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ-ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΟΦΕΙΛΗΣ ΤΟΥΣ ΥΨΟΥΣ 81.000 ΚΑΙ 114.000 ΕΥΡΩ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΑ

ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 375/2020 ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ ΙΛΙΟΥ

Από την εκτίμηση της ανωμοτί κατάθεσης του πρώτου αιτούντος, και όλων των προσκομιζομένων εγγράφων, από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι αιτούντες, ηλικίας ο πρώτος 56 ετών και η δεύτερη 48 ετών, είναι έγγαμοι, έχοντας αποκτήσει τρία τέκνα, ηλικιών 19, 16 και 12 ετών αντίστοιχα, ενώ ο πρώτος των αιτούντων έχει αποκτήσει από προγενέστερο γάμο δύο ακόμη ενήλικα σήμερα τέκνα, 29 και 27 ετών αντίστοιχα. Από το Δεκέμβριο του 2018, χρόνο μεταγενέστερο της κατάθεσης της αίτησης, βρίσκονται σε διάσταση, ενώ έχει ήδη κατατεθεί αγωγή διαζυγίου από τον πρώτο κατά της δεύτερης των αιτούντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η δεύτερη αιτούσα, η οποία μετοίκησε από την κείμενη στην Πετρούπολη Αττικής οικογενειακή στέγη και κύρια κατοικία του πρώτου αιτούντος, κατοικεί με τα τρία τέκνα τους σε ακίνητο ιδιοκτησίας της, ευρισκομένου στο Χαϊδάρι Αττικής, το οποίο και αποτελεί την κύρια κατοικία της ίδιας, λαμβάνει δε από τον πρώτο αιτούντα ως διατροφή για τα τέκνα τους το ποσό των 800 ευρώ μηνιαίως.

Ο πρώτος των αιτούντων εργάζεται στην καθ’ ης η παρούσα αίτηση πιστώτρια με το βαθμό του Β’ Τμηματάρχη, εργασία από την οποία αποκερδαίνει κατά μέσο όρο μηνιαίως το καθαρό ποσό των 2.045,87 ευρώ, ενώ η δεύτερη αιτούσα ως ιδιωτική υπάλληλος, με μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα ύψους 998,34 ευρώ, πλην όμως, όπως προέκυψε από την επ’ ακροατηρίω διαδικασία, υφίστανται τα τελευταία έτη σημαντικές καθυστερήσεις στη μισθοδοσία της με αποτέλεσμα κάποιους μήνες να λαμβάνει μερικές καταβολές ύψους 400-600 ευρώ ‘’έναντι’’ του μισθού της, ενώ της οφείλονται ακόμη δεδουλευμένες αποδοχές από το έτος 2019.

Ο πρώτος των αιτούντων έχει στην ιδιοκτησία του κατά πλήρη κυριότητα α) ένα διαμέρισμα πρώτου ορόφου, επιφανείας 83,50 τ.μ., β) μία αποθήκη του υπογείου, επιφανείας 7,70 τ.μ. και γ) μια θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του υπογείου, επιφανείας 12,15 τ.μ., που βρίσκονται σε οικοδομή στην Πετρούπολη Αττικής, κατασκευής 2002 και συνολικής αντικειμενικής αξίας, σύμφωνα με τη Δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. 2019, 75.523,09 ευρώ. Η ως άνω αποθήκη και χώρος στάθμευσης αποτελούν ενιαία οικονομική ενότητα με το ανωτέρω  διαμέρισμα και παρά το γεγονός ότι αποτελούν ξεχωριστές οριζόντιες ιδιοκτησίες, είναι δυσχερώς ρευστοποιήσιμες χωρίς αυτό. Το ανωτέρω διαμέρισμα χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του και περιλαμβάνονται στη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 περί εξαίρεσής τους από την εκποίηση και οι παραπάνω αναφερόμενες αποθήκη και θέση στάθμευσης.

Η δεύτερη αιτούσα έχει στην ιδιοκτησία της κατά πλήρη κυριότητα ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, επιφανείας 52,50 τ.μ., κείμενο στο Χαϊδάρι Αττικής, κατασκευής το 1985 και αντικειμενικής αξίας, σύμφωνα με τη Δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. 2019, 36.225 ευρώ.

Τέλος, ο πρώτος αιτών έχει στην ιδιοκτησία του ένα ΙΧΕ όχημα 2521 κυβικών, έτους πρώτης κυκλοφορίας το 2007 και η δεύτερη αιτούσα ένα ΙΧΕ όχημα, 1368 κυβικών, έτους πρώτης κυκλοφορίας το 2012, τα οποία κρίθηκαν μη πρόσφορα προς εκποίηση.

Απεδείχθη ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους κατάθεσης της αίτησης, ο πρώτος των αιτούντων είχε αναλάβει χρέη από στεγαστικά δάνεια, εμπραγμάτως εξασφαλισμένων, και από δάνεια καταναλωτικής πίστης, με σύνολο οφειλής την 13.03.2020, 207.543,89 ευρώ, το δε συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος τους ανελήφθη το 2005, οπότε ο αιτών προέβη σε αγορά της κύριας κατοικίας τους στην Πετρούπολη Αττικής.

Η δεύτερη των αιτούντων είχε αναλάβει χρέη από στεγαστικά δάνεια, εμπραγμάτως ασφαλισμένα, και από δάνειο καταναλωτικής πίστης, ύψους την 13.03.2020, 172.953,48 ευρώ. Η αιτούσα συνεβλήθη σε κάποιες από τις ένδικες συμβάσεις στεγαστικών δανείων το 2005 ως εγγυήτρια υπέρ του πρώτου αιτούντος-εν διαστάσει συζύγου της, ενώ ομοίως συνεβλήθη ως εγγυήτρια υπέρ της πρωτοφειλέτιδος αδερφή της σε ένδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου που υπεγράφη το Νοέμβριο του 2004.

Με βάση τα ανωτέρω, οι αιτούντες δεν είναι σε θέση με το εισόδημά τους να εξοφλήσουν τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους και ταυτόχρονα να καλύπτουν τις βιοτικές τους δαπάνες. Ειδικότερα, για τον πρώτο αιτούντα, από τις αναλυτικές καταστάσεις οφειλών, όπου αναγράφεται το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης των δανείων του, προκύπτει ότι το σύνολο των μηνιαίων δόσεων που έπρεπε να καταβάλει για να είναι συνεπής στις δανειακές του υποχρεώσεις ανερχόταν, κατόπιν διαδοχικών ρυθμίσεων, από το αρχικό ποσό των 1.100-1.200 ευρώ, στο ποσό των 700 ευρώ περίπου μηνιαίως, ενώ οι βιοτικές του δαπάνες ανέρχονται σήμερα στο ποσό των 1.700 ευρώ. Το ποσό αυτό κρίνεται εύλογο από το παρόν Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψιν την έκθεση υπολογισμού των ευλόγων δαπανών της ΕΛΣΤΑΤ για έναν ενήλικα, την οποία το Δικαστήριο δύναται να αξιοποιήσει στο συλλογισμό του ως κατευθυντήρια γραμμή, το ύψος της συμφωνηθείσας διατροφής ύψους 800 ευρώ που καταβάλλει στη δεύτερη αιτούσα, των μηνιαίων δόσεων που καταβάλλει στην Εφορία στα πλαίσια ρύθμισης των οφειλών του και του πρόσθετου ποσού των 100 ευρώ μηνιαίως που ο ίδιος ισχυρίζεται πώς δαπανά για κάλυψη ιατροφαρμακευτικών του δαπανών, όντας σε διαρκή καρδιολογική παρακολούθηση, έχοντας υποβληθεί κατά το παρελθόν σε αγγειοπλαστική κατόπιν βλάβης της δεξιάς στεφανιαίας αρτηρίας του. Επισημαίνεται ότι, καίτοι ο αιτών ισχυρίζεται πώς καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των 400 ευρώ στις δύο μεγαλύτερες από τον πρώτο γάμο του θυγατέρες, οι οποίες τυγχάνουν άνεργες, δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ενώ το Δικαστήριο κρίνει πως η για λόγους ηθικού καθήκοντος οικονομική συνδρομή του αιτούντος προς αυτές δύναται να καλύπτεται από το ποσό που ορίστηκε για την κάλυψη των βιοτικών του δαπανών.

Αντιστοίχως, η αιτούσα δεν είναι σε θέση με το εισόδημά της, συνυπολογιζομένης και της καταβληθείσας εκ μέρους του αιτούντος διατροφής, να εξοφλήσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της και ταυτόχρονα να καλύπτει τις βιοτικές ανάγκες της ίδιας και των τέκνων της.

Από τα ως άνω προκύπτει ότι αμφότεροι οι αιτούντες έχουν περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία εξυπηρέτησης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους. Η κρίση αυτή συνάγεται από τη σχέση της ρευστότητάς τους προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους, δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, η υπολειπόμενη ρευστότητά τους δεν τους επιτρέπει να ανταποκριθούν στον όγκο των οφειλών τους ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος τους, δεν διαφαίνεται δε ότι η σχέση ρευστότητας-οφειλών θα αναστραφεί σύντομα, καθώς, δεν αναμένεται προσεχής ανάκαμψη των οικονομικών τους σε βαθμό που να τους επιτρέψει να ακολουθήσουν το ρυθμό στον οποίο τα χρέη τους καθίστανται ληξιπρόθεσμα.

Επιπλέον, οι αιτούντες ανέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος των δανειακών τους υποχρεώσεων, το 2005, ο δε αιτών ολοκλήρωσε τον δανεισμό του τα έτη 2011 και 2013. Όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα, το ετήσιο καθαρό οικογενειακό τους εισόδημα, αφαιρουμένων των αναλογούντων φόρων, ανερχόταν το 2005 στο ποσό των 37.002,33 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε 3.083,52 ευρώ μηνιαίως, τα δε επόμενα έτη μέχρι και το 2013 το ως άνω ποσό αυξήθηκε, εισοδήματα που τους επέτρεπαν να είναι συνεπείς με τις δανειακές τους υποχρεώσεις. Συνεπώς, οι αιτούντες δεν είχαν ούτε ενδεχόμενο δόλο κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων.

Ενόψει των παραπάνω συντρέχουν στο πρόσωπο των αιτούντων οι προϋποθέσεις για υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010. Η ρύθμιση των χρεών των αιτούντων θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές, ο χρόνος των οποίων ορίζεται σε 3 έτη, αρχής γενομένης από την 1η ημέρα του επόμενου μήνα από την δημοσίευση της παρούσας απόφασης. Το προς διάθεση στην πιστώτρια του πρώτου αιτούντος ποσό πρέπει να οριστεί σε 340 ευρώ το μήνα, συμμέτρως διανεμόμενο μεταξύ των οφειλών του. Στις καταβολές αυτές ωστόσο θα πρέπει να συνυπολογιστούν τα ποσά που κατέβαλε δυνάμει της προσωρινής διαταγής. Συνεπώς, η ορισθείσα μηνιαία δόση προς την καθ’ ης θα διαμορφωθεί τελικώς στο ποσό των 181,67 ευρώ. Για την αιτούσα, το προς διάθεση στην πιστώτριά της ποσό, πρέπει να οριστεί σε 50 ευρώ το μήνα. Στις καταβολές αυτές θα πρέπει να συνυπολογιστούν τα ποσά που κατέβαλε δυνάμει της προσωρινής διαταγής. Συνεπώς, η ορισθείσα μηνιαία δόση θα διαμορφωθεί τελικώς στο ποσό των 26,44 ευρώ συμμέτρως διανεμόμενο.

Η ρύθμιση αυτή θα συνδυαστεί με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 για την κύρια κατοικία εκάστου εξ αυτών, εφόσον με τις καταβολές επί τριετίας της πρώτης ρύθμισης δεν έχει επέλθει πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων της πιστώτριάς τους και προβάλλεται σχετικό αίτημα απ’ αυτούς. Δυνάμει του άρθρου 9 παρ. 2 εδ. β’ οι αιτούντες οφείλουν να καταβάλλουν ως αντάλλαγμα για τη διάσωση της κύριας κατοικίας τους το ποσό που θα λάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση που αυτοί προέβαιναν στην αναγκαστική εκτέλεση της κύριας κατοικίας τους. Ταυτόχρονα, θα ληφθεί υπόψιν η μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη, η οποία βασίζεται στην τρέχουσα και στην μελλοντική ικανότητα λαμβανομένου υπόψη και των ευλόγων δαπανών διαβίωσης. Από το συνδυασμό των άρθρων 954 παρ. 2 εδ. γ’, 993 παρ. 2 και 995 ΚΠολΔ, όπως τροποποιημένα ισχύουν δυνάμει του Ν. 4335/2015, ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τον χρόνο της κατάσχεσης.

Αναφορικά με τον πρώτο αιτούντα, σύμφωνα με την προσκομισθείσα από την πιστώτρια από 13.03.2020 αναλυτική κατάσταση οφειλών, στην οποία αναγράφεται μεταξύ άλλων η εκτίμηση της εμπορικής αξίας του υπό κρίση ακινήτου του, μη προσκομιζομένης έτερης εκτίμησης της εμπορικής αξίας, σε συνδυασμό με την αντικειμενική του αξία, την τοποθεσία του, τον όροφο, το έτος κατασκευής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, η εμπορική αξία της κύριας κατοικίας του ανέρχεται στο ποσό των 124.000 ευρώ. Το ποσό αυτό θα ληφθεί υπόψιν απομειωμένο από τα υποθετικά έξοδα εκτέλεσης που υπολογίζονται στο ποσό των 10.000 ευρώ. Συνεπώς, ο αιτών οφείλει να καταβάλλει συνολικώς για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του 114.000 ευρώ, ποσό το οποίο θα καταβληθεί με 360 μηνιαίες δόσεις, εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά τον χρόνο αποπληρωμής. Η ρύθμιση θα ξεκινήσει τον επόμενο μήνα από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, οριζομένων μηδενικών καταβολών στο πλαίσιο ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του για τα τρία πρώτα έτη της ρύθμισης, ήτοι για όλη τη διάρκεια της παραλλήλως ισχύουσας ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2. Οι μηνιαίες καταβολές για τα εναπομείναντα 27 έτη θα είναι ποσού 351,85 ευρώ μηνιαίως.

Αναφορικά με την αιτούσα, σύμφωνα με την προσκομισθείσα από την πιστώτρια από 13.03.2020 αναλυτική κατάσταση οφειλών, στην οποία αναγράφεται μεταξύ άλλων η εκτίμηση της εμπορικής αξίας του υπό κρίση ακινήτου της, μη προσκομιζομένης έτερης εκτίμησης της εμπορικής αξίας, σε συνδυασμό με την αντικειμενική του αξία, την τοποθεσία του, τον όροφο, το έτος κατασκευής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, η εμπορική αξία της κύριας κατοικίας του ανέρχεται στο ποσό των 63.000 ευρώ. Το ποσό αυτό θα ληφθεί υπόψιν απομειωμένο από τα υποθετικά έξοδα εκτέλεσης που υπολογίζονται στο ποσό των 6.000 ευρώ. Συνεπώς, η αιτούσα οφείλει να καταβάλλει συνολικώς για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του 57.000 ευρώ, ποσό το οποίο θα καταβληθεί με 360 μηνιαίες δόσεις, εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά τον χρόνο αποπληρωμής. Η ρύθμιση θα ξεκινήσει τον επόμενο μήνα από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, οριζομένων μηδενικών καταβολών στο πλαίσιο ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της για τα τρία πρώτα έτη της ρύθμισης, ήτοι για όλη τη διάρκεια της παραλλήλως ισχύουσας ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2. Οι μηνιαίες καταβολές για τα εναπομείναντα 27 έτη θα είναι ποσού 175,92 ευρώ μηνιαίως.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ