ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΟΦΕΙΛΗΣ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ ΗΛΙΚΙΑΣ 41 ΕΤΟΥΣ ΑΝΩ ΤΩΝ 23.600 ΕΥΡΩ-ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΥΝΗΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΤΟΥ
Νομική Προστασία κατά τραπεζών

ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΟΦΕΙΛΗΣ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ ΗΛΙΚΙΑΣ 41 ΕΤΟΥΣ ΑΝΩ ΤΩΝ 23.600 ΕΥΡΩ – ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΥΝΗΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΤΟΥ

ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 532/2020 ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΝΙΚΑΙΑΣ

Από την εκτίμηση της ανωμοτί εξέτασης του αιτούντος, καθώς και τα προσκομιζόμενα έγγραφα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο αιτών, ηλικίας 41 έτους, είναι άγαμος. Εργάζεται ως οδηγός, με μηνιαίες αποδοχές ύψους 750 ευρώ περίπου μηνιαίως. Διαμένει σε μισθωμένη κατοικία, στη Νίκαια Αττικής, καταβάλλοντας μίσθωμα το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως.

Στην ιδιοκτησία του κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ανήκει μια μονοκατοικία, επιφανείας 63,65 τ.μ., έτους κατασκευής το 1977, που βρίσκεται στο Δήμο Σαλαμίνας. Η αντικειμενική αξία του ανωτέρω ακινήτου, το οποίο συνιστά την εν δυνάμει κύρια κατοικία του, ανέρχεται, κατά το παραπάνω ποσοστό 50%, στο ποσό των 7.084,25 ευρώ (βλ. ΕΝ.Φ.Ι.Α. 2019). Πέραν του ανωτέρω ακινήτου δεν προέκυψε ότι είναι εμπράγματος δικαιούχος άλλου ακίνητου ή αξιόλογου κινητού περιουσιακού στοιχείου. Όσον αφορά δε το ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής BMW, έτους πρώτης κυκλοφορίας 1992, αυτό του ανήκει κατά κατοχή καθόσον το είχε αγοράσει με τον όρο της παρακράτησης της κυριότητας από των πωλητή, συνεπώς δε περιλαμβάνεται στη ρευστοποιήσιμη περιουσία του αιτούντος.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του αιτούντος προς τις πιστώτριες ανέρχονταν κατά το έτος κατάθεσης της αίτησης (2013) στο συνολικό ποσό των 29.267,33 ευρώ, από συμβάσεις καταναλωτικού δανείου και πιστωτικής κάρτας. Για την οφειλή από την σύμβαση καταναλωτικού δανείου ευθύνεται ως εγγυητής, ενώ πρωτοφειλέτης είναι ο πατέρας του. Για τις παραπάνω χρηματικές οφειλές δεν υφίσταται εμπράγματη εξασφάλιση των καθ’ ων στο ακίνητο συνιδιοκτησίας του αιτούντος.

Όπως δε προέκυψε, ο αιτών αδυνατεί να εξυπηρετήσει τις δανειακές του υποχρεώσεις καθόσον το εισόδημά του δεν επαρκεί για την κάλυψη των βιοτικών του αναγκών και την εξυπηρέτηση των δανείων. Η αρνητική σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών του κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί στο εγγύς μέλλον λόγω της οικονομικής κρίσης της χώρας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταπεξέλθει στην πληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του. Έτσι, συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση μόνιμη και πραγματική αδυναμία του αιτούντα πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τις πιστώτριες, στην οποία περιήλθε χωρίς δική του υπαιτιότητα.

Το εισόδημα του αιτούντος κατά τον χρόνο λήψης των δανειακών του υποχρεώσεων (κυρίως κατά τα έτη 2005 έως 2007) του επέτρεπε μέχρι το έτος 2011 να καλύπτει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξυπηρετεί τις δανειακές του υποχρεώσεις, η δε μείωση του εισοδήματός του τον οδήγησε, χωρίς υπαιτιότητα, σε αδυναμία να καλύπτει τις βιοτικές ανάγκες του και να είναι συνεπής στις δανειακές του υποχρεώσεις, απορριπτομένης της ένστασης της καθ’ ης περί δήθεν δολιότητας του αιτούντος ως προς την περιέλευσή του σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Ειδικότερα, όσον αφορά την ανάληψη της εγγυητικής ευθύνης προσήλθε προς εξυπηρέτηση συγγενικού προσώπου, ήτοι του πατέρα του, πιστεύοντας βάσιμα ότι ο πρωτοφειλέτης πατέρας του θα εξυπηρετήσει το δάνειο που ανέλαβε και ότι δεν θα βρισκόταν στη δυσχερή θέση της ενεργοποίησης της εγγυητικής του ευθύνης.

Κατά συνέπεια το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του ν. 3869/2010 πρέπει να ρυθμίσει οριστικά τις οφειλές του αιτούντος και να ορίσει μηδενικές καταβολές προς τις πιστώτριές του για χρονικό διάστημα 3 ετών, καθόσον συντρέχει στο πρόσωπό του εξαιρετική περίσταση και συγκεκριμένα ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του, ενώ η υποχρέωση καταβολής μηνιαίων δόσεων θα οδηγούσε σε εξαθλίωση του οφειλέτη-αιτούντα, γεγονός το οποίο θα παραβίαζε τη γενική αρχή του δικαίου κατά την οποία κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα (ΑΠ 288/2000 ΔΕΕ 2000, σελ. 743). Δεν πρέπει δε να οριστεί νέα δικάσιμος για επαναξιολόγηση του εισοδήματος του αιτούντα, καθόσον κρίνεται ότι δεν είναι δυνατή, εντός της επόμενης τριετίας, η αύξηση του εισοδήματός του σε τέτοιο βαθμό ώστε να επαρκεί αυτό τόσο για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του όσο και για την καταβολή δόσεων στα πλαίσια της παρούσας ρύθμισης προς τις πιστώτριές του, συνεκτιμωμένου δε ότι θα υποχρεωθεί με διάταξη της παρούσας σε καταβολές προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η εν δυνάμει κύρια κατοικία του.

Η παραπάνω ρύθμιση θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/2010, εφόσον με την παραπάνω ρύθμιση δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων του αιτούντα και προβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της ανωτέρω περιγραφόμενης δυνητικής κύριας κατοικίας του, κατά το ποσοστό που του ανήκει, από την εκποίηση. Η αντικειμενική αξία του ανωτέρω ακινήτου, κατά το ποσοστό που ανήκει στον αιτούντα, ανέρχεται στο ποσό των 7.084,25 ευρώ, έτσι ώστε το 80% της αντικειμενικής αξίας αυτού ανέρχεται στο ποσό των 5.667,40 ευρώ. Έτσι, εφόσον η συνολική οφειλή του αιτούντα θα υπερβαίνει το 80% της αντικειμενικής αξίας της δυνητικής του κατοικίας, ο αιτών θα κληθεί να καταβάλλει στις καθ’ ων συμμέτρως το ποσό που αντιστοιχεί στο 80% της αντικειμενικής αξίας, δηλαδή 5.667,40 ευρώ. Ο χρόνος εξόφλησης, λαμβανομένων υπόψη της ηλικίας του αιτούντα και της οικονομικής του δυνατότητας, να οριστεί σε 5 χρόνια, ήτοι 60 μήνες, το δε ποσό εκάστης δόσης θα ανέρχεται σε 94,45 ευρώ μηνιαίως. Η αποπληρωμή του παραπάνω ποσού θα γίνει σύμφωνα με το νόμο, εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ισχύει κατά τον χρόνο της αποπληρωμής. Μετά την εξάντληση του ποσού με το οποίο συμπληρώνεται το ποσό που ορίστηκε για τη διάσωση της δυνητικής του κατοικίας ο αιτών απαλλάσσεται από το υπόλοιπο των χρεών του, καθώς δεν μπορεί από το νόμο να επιβληθεί άλλη υποχρέωση σε αυτόν.

Για τους λόγους αυτούς, δυνάμει της δικαστικής απόφασης ρυθμίστηκαν τα χρέη του αιτούντος με μηδενικές καταβολές προς τις καθ’ εις πιστώτριες για χρονικό διάστημα 3 ετών. Εξαιρεί από την εκποίηση την δυνητική κύρια κατοικία του αιτούντος, με την υποχρέωση καταβολής εκ μέρους του ποσού 94,45 ευρώ μηνιαίως προς τις καθ’ εις συμμέτρως διανεμόμενο, σε 60 μηνιαίες δόσεις, εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ