ΠΛΗΡΗΣ ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΜΕ ΜΗΔΕΝΙΚΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ
Νομική Προστασία κατά τραπεζών

ΠΛΗΡΗΣ ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΜΕ ΜΗΔΕΝΙΚΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 2343/2020 ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης που περιέχεται στα πρακτικά της δίκης, από τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) και την επ’ ακροατηρίου προφορική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο αιτών γεννήθηκε το έτος 1984, είναι έγγαμος και έχει ένα ανήλικο τέκνο. Κατοικεί σε μισθωμένο διαμέρισμα για το οποίο καταβάλλει μίσθωμα ποσό 200,00 ευρώ μηνιαίως. Απασχολείται ως εργάτης πλήρους απασχόλησης και οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές του ανέρχονται σε 600,00 ευρώ κατά μέσο όρο. Στο παρελθόν εργαζόταν εκτελώντας διάφορες εργασίες, ωστόσο υπήρχαν μεγάλα χρονικά διαστήματα που έμενε άνεργος, κι επομένως έμεινε χωρίς ατομικό εισόδημα. Η σύζυγός του, είναι άνεργη και κάτοχος δελτίου ανεργίας του ΟΑΕΔ.

Από τα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος που προσκομίζει, προκύπτει ότι το έτος 2006 το ετήσιο δηλωμένο εισόδημα του ήταν 11.624,82 ευρώ, ενώ το 2011 ήταν μηδενικό. Το 2012 ανήλθε σε 3.780,53 ευρώ, το 2013 σε 2.735,56 ευρώ, το 2014 σε 10.886,58 ευρώ και το 2015 σε 20.878,50 ευρώ, εκ των οποίων τα 10.885,64 ευρώ ήταν το δηλωμένο ατομικό εισόδημα του αιτούντος και τα υπόλοιπα αφορούσαν τη σύζυγό του και η οποία δήλωσε ατομικό εισόδημα κατά το παραπάνω έτος 5.047,10 ευρώ από μισθωτή εργασία και 4.945,76 ευρώ έλαβε ως αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό.

Από τη βεβαίωση πληροφοριακού συστήματος περιουσιολογίου που αφορά το έτος 2016 προκύπτει ότι ο αιτών δεν έχει υποβάλλει ηλεκτρονική δήλωση στοιχείων ακίνητης περιουσίας (Ε9). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο αιτών είναι ιδιοκτήτης δίκυκλης μοτοσυκλέτας, εμπορικής αξίας 500 ευρώ, ενώ η σύζυγος του είναι ιδιοκτήτρια αυτοκινήτου, έτους κυκλοφορίας το 1999.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά προς τους ενέγγυους πιστωτές κατά πλάσμα του νόμου θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης αυτής, εκτός από τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα στεγαστικά δάνεια, των οποίων ο εντοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο εκδόσεως της παρούσας απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010). Ο αιτών οφείλει συνολικά στην καθ’ ής 16.633,01 ευρώ από σύμβαση καταναλωτικού δανείου (μη εμπραγμάτως εξασφαλισμένη). Ο αιτών έλαβε το παραπάνω καταναλωτικό δάνειο το 2006 για προσωπικές του ανάγκες. Το εισόδημα του κατά το χρόνο λήψης του δανείου όσο και τα επόμενα έτη ήταν ικανοποιητικό για την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων, καθώς ο αιτών εργαζόταν, ενώ τα έξοδα διαβίωσής του ήταν περιορισμένα (ήταν ακόμη ελεύθερος, κατοικούσε με την μητέρα του). Από το 2010 και έπειτα υπήρξαν μεγάλα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία έμεινε άνεργος.

Το σημερινό του εισόδημα σε συνδυασμό με το γεγονός ότι απέκτησε δική του οικογένεια, έχει ένα ανήλικο τέκνο και κατοικεί σε μισθωμένη κατοικία, δεν του επιτρέπουν να είναι συνεπής με τις δανειακές του υποχρεώσεις, παρά το γεγονός ότι βελτιώθηκε σημαντικά σε σχέση με τον χρόνο που ήταν άνεργος. Το μηνιαίο κόστος διαβίωσής του, το οποίο ξεπερνά τα 600,00 ευρώ, μετά βίας καλύπτεται από  το εισόδημά του, ενώ όπως προαναφέρθηκε, η σύζυγός του δεν εργάζεται. Συντρέχουν, επομένως στο πρόσωπο του εξαιρετικές περιστάσεις και συγκεκριμένα υφίσταται ανεπάρκεια διαθέσιμου μηνιαίου εισοδήματος για ρύθμιση των οφειλών του.

Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 3553/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά εφαρμογή της διάταξης του αρθρ. 8 παρ. 5 Ν 3869/10, ορίστηκαν προσωρινά μηδενικές καταβολές, ενώ συγχρόνως ορίστηκε νέα δικάσιμος το 2018 προκειμένου να ελεγχθεί η μεταβολή της περιουσιακής του κατάστασης και των εισοδημάτων του. Η ρύθμιση των χρεών του αφορούσε επομένως το χρονικό διάστημα μέχρι τη δημοσίευση της νέας απόφασης του Δικαστηρίου τούτου που θα επαναπροσδιορίζει τις μηνιαίες καταβολές έως τη συμπλήρωση του χρονικού ορίου που ορίζεται από το άρθρο 8 παρ. 2 εδ. 1 Ν. 3869/2010 όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από την παρ. 17 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν.4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015) που είναι προκειμένω ο χρόνος της τριετίας. Περαιτέρω, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 Ν. 3869/2010 για την εκποίηση της περιουσίας των οφειλετών, το δικαστήριο έκρινε ότι η προσφορά προς εκποίηση του δικύκλου του αιτούντος, με βάση την κοινή πείρα και τη λογική και λαμβανομένων υπόψη των σημερινών συνθηκών αγοράς και τη μικρής του αξίας δεν φαίνεται ότι μπορεί να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε προσδοκία απολήψεως αναλόγου ανταλλάγματος, επομένως εξαιρέθηκε από την εκποίηση λαμβανομένων υπόψη των εξόδων που απαιτούνται για την ενεργοποίηση της σχετικής διαδικασίας.

Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 5923/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία ελέγχθηκε η τυχόν μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του αιτούντος, κρίθηκε ότι δεν επήλθε ουσιώδης θετική μεταβολή στην οικονομική κατάστασή του. Κατόπιν τούτου, το δικαστήριο με την παραπάνω απόφασή του όρισε μηδενικές καταβολές προς την καθ’ ης πιστώτρια, ενώ όρισε νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών, το 2019, προκειμένου να ελεγχθεί η μεταβολής της οικονομικής του κατάστασης.

Ωστόσο, με την υπ’ αριθμ. 2343/2020 απόφαση, κρίθηκε ομοίως ότι δεν επήλθε ουσιώδης θετική μεταβολή της οικονομικής κατάστασης του αιτούντος. Υπό την παραδοχή αυτή, η δυσμενής οικονομική κατάσταση του αιτούντος, κρίθηκε ότι έχει μόνιμο και διαρκή χαρακτήρα, χωρίς να διαφαίνεται αναπλήρωση των εισοδημάτων του από οποιαδήποτε άλλη πηγή, δεδομένων των γενικότερων δυσμενών οικονομικών συνθηκών που διέρχεται η χώρα μας, για τις οποίες δεν ευθύνεται ο ίδιος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, οι μηνιαίες καταβολές του αιτούντος προς την πιστώτριά του, ορίστηκαν κατά οριστικό τρόπο μηδενικές, καθόσον συντρέχει στο πρόσωπό του εξαιρετική περίσταση και συγκεκριμένα ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του, χωρίς επαναξιολόγηση, αφού δεν αναμένεται στο μέλλον να βελτιωθεί η οικονομική του κατάσταση.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ