AΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ ΣΤΗΝ ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΤΗΣ ΕΓΓΑΜΗΣ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ – ΔΙΑΤΡΟΦΗ 350 ΕΥΡΩ ΣΕ 65ΧΡΟΝΗ ΣΥΖΥΓΟ
Οικογενειακό δίκαιο

AΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ ΣΤΗΝ ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΤΗΣ ΕΓΓΑΜΗΣ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ – ΔΙΑΤΡΟΦΗ 350 ΕΥΡΩ ΣΕ 65ΧΡΟΝΗ ΣΥΖΥΓΟ

Από την εκτίμηση της ενόρκου καταθέσεως του μάρτυρος ανταπόδειξης  που εξετάσθηκε νόμιμα στο ακροατήριο, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψη η ένορκη κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, καθόσον εκείνος είναι τέκνο των διαδίκων (άρθρο 597 παρ.2 εδ. β’ ΚΠολΔ.), καθώς και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν νόμιμα με επίκληση, οι διάδικοι, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά οι διάδικοι συνήλθαν σε νόμιμο γάμο, ο οποίος έχει ήδη λυθεί αμετάκλητα.

Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, ο εναγόμενος απασχολήθηκε κατά κύριο λόγο ως ναυτικός σε ποντοπόρα πλοία του εμπορικού ναυτικού, πλην διαστήματος οπότε και ασχολήθηκε με την εκμετάλλευση καταστήματος μίνι μάρκετ, που λειτουργούσε στο όνομα της ενάγουσας, και χρονικού διαστήματος που λειτούργησε ατομική επιχείρηση βίντεο κλαμπ, απασχολούμενος περιστασιακά και ως ναυτικός. Η ενάγουσα κατά το μεγαλύτερο μέρος της έγγαμης συμβίωσης δεν εργαζόταν, ασχολούμενη κυρίως με τις οικιακές εργασίες και την ανατροφή των τέκνων των διαδίκων, με εξαίρεση το διάστημα κατά το οποίο εκτός από τα προαναφερόμενα, απασχολήθηκε περιστασιακά στις παραπάνω εμπορικές επιχειρήσεις. Κατά τον τρόπο αυτό, ο εναγόμενος είχε σε μόνιμη βάση υψηλότερα εισοδήματα και συνείσφερε κατά το μεγαλύτερο μέρος στις οικογενειακές ανάγκες. Επομένως, οι διάδικοι δεν συνεισέφεραν ισότιμα στην κάλυψη των αναγκών της οικογενείας τους. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε αρμονικά, και εν τέλει διασπάσθηκε, καθώς η συμπεριφορά του εναγομένου προς τη σύζυγό του ήταν αδιάφορη, απαξιωτική και υβριστική, ενώ διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις επ’ ευκαιρία των ταξιδιών του ως ναυτικός. Η κατάσταση αυτή οδήγησε σε πλήρη σωματική και ψυχική αποξένωση τους διαδίκους, ώσπου τελικά ο εναγόμενος αποχώρησε από τη συζυγική κατοικία με πρόθεση να διασπασθεί οριστικά η έγγαμη συμβίωση, αναλαμβάνοντας παράλληλα την υποχρέωση να παραχωρήσει στην ενάγουσα την χρήση της έως τότε οικογενειακής στέγης, κυριότητας του ιδίου. Εν τέλει ο γάμος των διαδίκων λύθηκε, δυνάμει της υπ΄αρίθμ. …./2017, ήδη αμετάκλητης, απόφασης του Δικαστηρίου, και κλονίσθηκε από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου (εξωσυζυγικός δεσμός). Η δε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου για τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης κρίθηκε και με την με αριθμό ../2016, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως που ασκήθηκε από τον εναγόμενο κατά της με αριθμό …/2014 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αυτός κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος για την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή του για καταβολή μηνιαίας διατροφής στην ενάγουσα.

Ο εναγόμενος υπήρξε αρχικά συνεπής στις ανωτέρω υποχρεώσεις του, αφού αφενός μεν παραχώρησε πράγματι στην ενάγουσα την χρήση της οικογενειακής στέγης, την οποία της παραχωρεί μέχρι και σήμερα, αφετέρου δεν κατέβαλλε όπως είχε αρχικά αναλάβει την δέσμευση ποσό 600,00 ευρώ μηνιαίως ως διατροφή της ενάγουσας ατομικά. Το ποσό αυτό κατέβαλλε ανελλιπώς μέχρι τα τέλη του έτους 2011. Ωστόσο, από τις αρχές του έτους 2012, επικαλούμενος τις αλλεπάλληλες περικοπές στις αποδοχές του από τη σύνταξη του, κατέβαλλε μειούμενα ποσά, αρχικά των 550,00 ευρώ, στη συνέχεια των 500,00 ευρώ και στα τέλη του έτους 2012 το ποσό των 400,00 ευρώ. Το ποσό αυτό εξακολούθησε να καταβάλλει και κατά το έτος 2013. Εξάλλου, δυνάμει της με αριθμό …/2013 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων),ο εναγόμενος υποχρεώθηκε να καταβάλλει προσωρινά ως μηνιαία διατροφή της ενάγουσας το ποσό των 450,00 ευρώ,  ενώ, δυνάμει της προαναφερόμενης με αριθμό ../2016 (ήδη αμετάκλητης) αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή του να της καταβάλλει ως μηνιαία διατροφή για διάστημα δύο ετών το ποσό των 350,00 ευρώ. Ακολούθως, δυνάμει της με αριθμό …/2017 (τελεσίδικης) αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 300,00 ευρώ για χρονικό διάστημα δύο ετών. Περαιτέρω, δυνάμει της με αριθμό …/2018 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων)  ο εναγόμενος υποχρεώθηκε να καταβάλλει στην ενάγουσα προσωρινά ως μηνιαία διατροφή της το ποσό των 350,00 ευρώ.

Ο εναγόμενος τυγχάνει συνταξιούχος του ΝΑΤ με μηνιαίες αποδοχές περί τα 1.570,00 ευρώ. Έχει στην κυριότητά του ένα ισόγειο διαμέρισμα που βρίσκεται στη Νίκαια, τη χρήση του οποίου έχει παραχωρήσει στην ενάγουσα, συνεπώς δεν αποκομίζει από το περιουσιακό στοιχείο αυτό κάποιο εισόδημα. Ακόμη έχει κυριότητα επί ενός διαμερίσματος που βρίσκεται στον Πειραιά, το οποίο χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία του και  συνεπώς δεν βαρύνεται με δαπάνες μισθώσεως κατοικίας, παρά μόνο με τις συνήθεις δαπάνες συντηρήσεως και τις λειτουργικές δαπάνες της κατοικίας αυτής. Η κατοικία του αυτή αποκτήθηκε με το προϊόν δανείου για το οποίο βαρύνεται με μηνιαία τοκοχρεωλυτική δόση ύψους 565,15 ευρώ. Το ποσό αυτό δεν προαφαιρείται από τα εισοδήματά του, αλλά λαμβάνεται υπόψη ως στοιχείο προσδιοριστικό της αξίας της περιουσίας του, η οποία πρέπει να εκληφθεί ότι μειώνεται κατά το ποσό αυτό, καθώς και ως στοιχείο προσδιοριστικό των συνθηκών διαβιώσεώς του (βλ. ΑΠ 680/2010,ΑΠ 471/2005, ΕφΔωδ 195/2013,ΜονΕφΑθ 4781/2012, δημ. ΝΟΜΟΣ ).

Κατά τα λοιπά, έχει τις συνηθείς διατροφικές ανάγκες των προσώπων της ηλικίας του που ζουν υπό όμοιες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι έχει άλλα εισοδήματα ή υποχρέωση από το νόμο για τη διατροφή άλλων προσώπων πλην της ενάγουσας. Η ενάγουσα ενόψει της ηλικίας της αλλά και των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει είναι  ιδιαίτερα δυσχερές να ανεύρει κατάλληλη εργασία. Ειδικότερα, είναι υπέρβαρη και πάσχει από υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, υποθυρεοειδισμό, σακχαρώδη διαβήτη, καρδιολογικά προβλήματα και κατάθλιψη. Δεν αποδείχθηκε, ωστόσο, ότι λαμβάνει ή δικαιούται κάποιο προνοιακό επίδομα λόγω αναπηρίας. Ακόμη, είναι κυρία ενός οικοπέδου μετά της εντός αυτού οικίας, εμβαδού 175,50 τ.μ. που βρίσκεται στη Σαλαμίνα, από το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι αποκομίζει κάποιο εισόδημα ή ότι είναι ευχερής η εκμίσθωσή του. Εξάλλου,το περιουσιακό της στοιχείο αυτό είναι βεβαρημένο με προσημείωση υποθήκης και δεν είναι δυνατόν ούτε ενδείκνυται να ρευστοποιηθεί άμεσα, αφού δεν είναι ευχερής η εκποίηση του αντί αξιόλογου τιμήματος, προς το παρόν τουλάχιστον (ΕφΑθ 9741/1991 Νόμος ), πέραν του ότι δεν κρίνεται επιβεβλημένη η εκποίησή του για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών της, κάποιας έκτακτης, απρόβλεπτης και σοβαρής οικονομικής ανάγκης, η οποία ενδέχεται να επιβάλλει την εκποίησή του. Άλλα περιουσιακά στοιχεία και πόρους από οποιαδήποτε πηγή δεν αποδείχθηκε ότι έχει η ενάγουσα, ούτε ότι βαρύνεται με υποχρέωση από το νόμο για τη διατροφή άλλων προσώπων. Η ενάγουσα, όπως προεκτέθηκε, διαμένει σε διαμέρισμα κυριότητάς του εναγομένου, στη Νίκαια, τη χρήση του οποίου της έχει παραχωρήσει άνευ ανταλλάγματος. Συνεπώς, η ενάγουσα δεν βαρύνεται με δαπάνες μισθώσεως κατοικίας, βαρύνεται όμως με τις δαπάνες συντήρησης και τις εν γένει λειτουργικές δαπάνες της κατοικίας της αυτής. Το ποσό, ωστόσο, που εξοικονομεί από τη μη καταβολή μισθώματος στον εναγόμενο για την παραπάνω κατοικία, συνιστά περιορισμένης έκτασης διατροφής σε είδος εκ του νόμου και πρέπει να συνεκτιμηθεί κατά τον υπολογισμό της συνολικής διατροφής που οφείλει ο υπόχρεος κύριος της παραχωρούμενης συζυγικής στέγης (βλ. ΜΕφΠειρ 162/2016, Νόμος ΕφΑθ 663/1990,  ΕλλΔ 33.186, ΕφΑθ 4585/2002 Νόμος) δεκτού γενομένου του οικείου ισχυρισμού του εναγομένου που προβλήθηκε παραδεκτώς, κατά τα ανωτέρω. Η μηνιαία μισθωτική αξία του ανωτέρω ακινήτου, ενόψει της παλαιότητάς του,της θέσεώς του, του γεγονότος ότι βρίσκεται στο ισόγειο όροφο, και της εκτάσεώς του πρέπει να εκτιμηθεί στο ποσό των 200,00 ευρώ. Η ενάγουσα αντιμετωπίζει αυξημένες ιατροφαρμακευτικές δαπάνες, λόγω των ανωτέρω προβλημάτων της υγείας της, ενώ κατά τα λοιπά έχει τις συνήθεις διατροφικές ανάγκες των προσώπων της ηλικίας της που ζουν υπό όμοιες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο εναγόμενος τυγχάνει εύπορος, δηλαδή έχει την οικονομική δυνατότητα που του παρέχουν τα προαναφερόμενα εισοδήματά του, ώστε να παρέχει στην ενάγουσα διατροφή, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η δική του διατροφή, απορριπτομένης συναφώς ως αβάσιμης τόσο της ενστάσεως παραπομπής στους κατιόντες της ενάγουσας, όσο και της ενστάσεως διακινδυνεύσεώς της  ιδίας αυτού διατροφής που προβλήθηκαν νόμιμα κατά τα ανωτέρω. Επομένως, εφόσον η ενάγουσα μετά τη λύση του γάμου των διαδίκων δεν μπορεί να εξασφαλίσει εξ ολοκλήρου τη διατροφή της από τα εισοδήματα της και την περιουσία της, ο εναγόμενος, ενόψει της ευπορίας του, οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα διατροφή. Η διατροφή δε αυτή που προσδιορίζεται, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, από τις συνθήκες της ζωής της ενάγουσας, όπως αυτές προκύπτουν  μετά τη λύση του γάμου, και συνεκτιμώντας τη μισθωτική αξία του ακινήτου που έχει παραχωρηθεί στην ενάγουσα από τον εναγόμενο, άνευ ανταλλάγματος, και την αντίστοιχη εξοικονόμηση της δαπάνης μισθώσεως κατοικίας από την πρώτη, ανέρχεται στο ποσό των 350,00 ευρώ εντός της πρώτης ημέρας εκάστου μηνός, από την επίδοση της αγωγής και για μία διετία, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε περιοδικής παροχής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα προκαταβληθέντα, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του εναγομένου, κατά την έκταση της ήττας του (αρ. 173 παρ. 4 178 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ),κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2797/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των τριακοσίων πενήντα (350,00 ) ευρώ στην ενάγουσα, ως αποτιμώμενη σε χρήμα διατροφή της τελευταίας, εντός της πρώτης ημέρας εκάστου μηνός, από την επίδοση της αγωγής και για μία διετία, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε περιοδικής παροχής και μέχρι την ολόσχερη εξόφληση. Τέλος, επιβλήθηκε σε βάρος του εναγομένου μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, στο ποσό των τετρακοσίων (400,00) ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το ποσό που ο εναγόμενος έχει ήδη προκαταβάλλει, κατ΄ άρθρο 173 παρ. 4 ΚΠολΔ..

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ