Διατροφή Ανηλίκων
Διατροφή ανηλίκων, Οικογενειακό δίκαιο

ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΣΥΝΟΛΙΚΟΥ ΠΟΣΟΥ 1.500 ΕΠΙΔΙΚΑΣΕ ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΓΙΑ ΔΥΟ ΑΝΗΛΙΚΑ ΤΕΚΝΑ

Διατροφή συνολικού ποσού 1.500€ επιδίκασε το εφετείο Αθηνών για δύο ανήλικα τέκνα –Μη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο των αφανών και μη δηλωθέντων από τον διάδικο εισοδημάτων

Με την από 5-5-2018 (αυξ. αρ.  εκθ. κατ. δικογρ. 917/9-5-2018) αγωγή η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, με την ιδιότητα της ασκούσας προσωρινά την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της, τα οποία απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα,, ζήτησε,  όπως το αρχικό, σωρευόμενο στο ίδιο δικόγραφο, καταψηφιστικό αγωγικό αίτημα περί επιδικάσεως διατροφής στα ανήλικα τέκνα της περιορίσθηκε παραδεκτά, με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της πριν από την έναρξη της συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου,  α) να της ανατεθεί οριστικά η επιμέλεια των ως άνω τέκνων της,  β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει με της ως άνω ιδιότητα, την πρώτη ημέρα κάθε μήνα, ως τακτική μηνιαία διατροφή σε χρήμα για λογαριασμό των ανωτέρω ανηλίκων τέκνων της, τα ποσά των 2.300,00 και 2.200.00 ευρώ αντίστοιχα, για το χρονικό διάστημα δύο ετών από την επόμενη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής με νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας περιοδικής παροχής και μέχρι την εξόφληση, διότι τα τελευταία στερούνται εισοδημάτων και περιουσίας για να αυτοδιατραφούν και γ)να διαταχθεί η οριστική παραχώρηση σε αυτήν της χρήσεως της αναφερόμενης στο αγωγικό δικόγραφο μονοκατοικίας μονοκατοικίας έως την ενηλικίωση του ανήλικου υιού της.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων στην υπόθεση, κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών,  εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφασή του,  με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ειδικότερα δε, αφού απέρριψε το αίτημα για την παραχώρηση στην ενάγουσα της χρήσεως της περιγραφομένης στην αγωγή μονοκατοικίας ως μη νόμιμο, ανέθεσε την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων στην τελευταία και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να προκαταβάλλει την πρώτη ημέρα κάθε μήνα στην ενάγουσα με την προαναφερθείσα ιδιότητά της και για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων της, ως μηνιαία τακτική διατροφή τους σε χρήμα τα ποσά των 1.025,00 και 815,00 ευρώ αντίστοιχα, για το χρονικό διάστημα δύο ετών από την επόμενη της επιδόσεως της αγωγής, με νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας παροχής και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως. Κατά της αποφάσεως αυτής και ειδικότερα κατά του κεφαλαίου της με τα οποία αναγνωρίσθηκαν οι ανωτέρω διατροφικές υποχρεώσεις του εναγομένου, παραπονείται ο τελευταίος με την ένδικη έφεση και για τους αναφερόμενους σε αυτή  λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση  ως προς τα ανωτέρω κεφάλαια και τις αντίστοιχες διατάξεις της,  προκειμένου ακολούθως να απορριφθεί  η ένδικη αγωγή κατά τα αντίστοιχα αιτήματά της, άλλως να περιορισθούν τα επιδικασθέντα (μηνιαία) χρηματικά ποσά σε 523,00 ευρώ για την ανήλικη θυγατέρα της και 415,00 ευρώ για τον ανήλικο υιό της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1485,1486,1489 ΑΚ. προκύπτει ότι στοιχεία θεμελιωτικά του δικαιώματος διατροφής τέκνου, τα οποία πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 α Κ.Πολ.Δ, να περιέχονται στην περί τούτου σχετική αγωγή για το ορισμένο αυτής, είναι η αδυναμία του ανηλίκου τέκνου  να διατρέφει τον εαυτό του από τα εισοδήματα της περιουσίας ή το προιόν της εργασίας του, τα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου γονέα και το χρηματικό ποσό που χρειάζεται το τέκνο για την διατροφή του με βάση τις ανάγκες του,  όπως αυτές προκύπτουν από της συνθήκες ζωής του,  (ΑΠ 1967/2014,  ΑΠ 204/2010,  ΑΠ 416/2007 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ ).Στην προκειμένη περίπτωση στην ένδικη αγωγή αναφέρονται όλα τα ανωτέρω αναγκαία για την πληρότητά της στοιχεία. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο απέρριψε τον επαναφερόμενο αίτημα για την επίδειξη αποδεικτικών των επικαλούμενων από την ενάγουσα διατροφικών δαπανών των ανήλικων τέκνων των διαδίκων κρίνεται απορριπτέο, προεχόντως  ως αόριστο, καθόσον δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα από τον εναγόμενο προς θεμελίωσή του τα έγγραφα των οποίων ζητείται η επίδειξη, (όπως με την παράθεση της ημερομηνίας εκδόσεώς τους,του χρόνου και του είδους της παροχής υπηρεσιών προς τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων που αφορούν, του περιεχομένου εκάστου εξ αυτών κ.λ.π), ούτε ο εναγόμενος επικαλείται το γεγονός της κατοχής των εγγράφων αυτών από την ενάγουσα, κατά το χρόνο κατάθεσης των προτάσεών του (βλ. ενδ. ΑΠ 146/2010 ΝΟΜΟΣ,  ΕφΛαρ 191/2006 ΑρχΝ 2007/162).Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό ως αόριστο,  δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου. Συνακόλουθα,  οι αντίστοιχοι λόγοι της ένδικης εφέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485,1486,1489 και 1493 Α.Κ. προκύπτει ότι οι γονείς είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν είτε έχει διακοπεί η συμβίωση είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο,  έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους,  ακόμη και αν αυτό έχει περιουσία,  της οποίας όμως τα εισοδήματα ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματά του δεν αρκούν για τη διατροφή του. Σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τα συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και την εκπαίδευσή του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβιώσεως, που ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτηρήσεως και εκπαιδεύσεως και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου (Α.Π 541/2015, Α.Π. 680/2010 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ ).Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ’αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του,  δηλαδή οι όροι διαβιώσεώς του, που ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία,  τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαίδευσης και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση τού υποχρέου, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις (Α.Π 1663/2014, Α,Π 120/2013,  Α.Π 282/2012  Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ,   Α.Π 416/2007,  Α.Π 884/2003, Ελλ.Δνη 45 117).Εξάλλου από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 1485,1486 παρ.1 και 1489 παρ. 2 Α.Κ προκύπτει επίσης ότι δικαίωμα διατροφής έχει έναντι των γονέων του και το ενήλικο τέκνο, εφόσον δεν μπορεί να αυτοδιατραφεί από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του.

Η διατροφή αυτή περιλαμβάνει, σύμφωνα με το άρθρο 1493 του ΑΚ,  όλα  όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου και επιπλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευση του. Προϋπόθεση δηλαδή να αξιώσει διατροφή από τους γονείς του το ενήλικο τέκνο είναι η απορία του και συγκεκριμένα η έλλειψη επαρκών περιουσιακών στοιχείων ή η αδυναμία του να μετέλθει κατάλληλη εργασία. Δικαιούχος διατροφής είναι και εκείνος που, ενόψει των αναγκών της εκπαίδευσής του, δεν μπορεί να μετέλθει κατάλληλη εργασία, που να επιτρέπει την απρόσκοπτη συνέχιση των σπουδών του (Α.Π 528/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ ).Εξάλλου,  η κατά τα άνω υποχρέωση των γονέων προς διατροφή του τέκνου τους βαρύνει αυτούς,  κατά το άρθρο 1489 εδ. β’ ΑΚ, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.

Ο εναγόμενος, συνεπώς γονέας προς καταβολή ολοκλήρου του ποσού της διατροφής, μπορεί να επικαλεστεί κατ’ένσταση,  κατ’άρθρο 1489 εδ. β’ Α.Κ. και 262 Κ.Πολ.Δ,ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με την δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ανηλίκου, οπότε, με την απόδειξη της ένστασης αυτής, περιορίζεται η υποχρέωση του εναγόμενου γονέα κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στην βάσει αυτής υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα (Α.Π 120/2013, Α.Π 204/2010  και Α.Π 680/2010 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ,  Α.Π 1388/2009 Ε.Πολ.Δ 2010.428, Ε.Α. 854/2010 Εφ.Α.Δ 2011.531, Ε.Α 1095/2009 Εφ.ΑΔ 2010.1343).Εφόσον,  όμως με την αγωγή δεν ζητείται το σύνολο του ποσού, στο οποίο αποτιμώνται οι διατροφικές ανάγκες του δικαιούχου, αλλά μόνο το μέρος το οποίο , κατά την άποψη του ενάγοντος,  πρέπει να βαρύνει τον εναγόμενο γονέα, σε αναλογία προς τις οικονομικές δυνάμεις του ιδίου και του άλλου γονέως (του εναγόμενου), ο αμυντικός ισχυρισμός ότι η αναλογία αυτή είναι διαφορετική από εκείνη που αναφέρεται στην αγωγή, λειτουργεί ως άρνηση (Εφ.Πειρ. 309/2016 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ,  ΕφΘες. 1101/2002 Αρμ. 2003.38). Τότε, ο συσχετισμός των οικονομικών δυνάμεων των δύο γονέων πρέπει να γίνει από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα προς τα εκατέρωθεν αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά και ανεξάρτητα από την πληρότητα της σχετικής καταχώρησης του ισχυρισμού στα πρακτικά ή τις προτάσεις του εναγομένου (Ε.Α 856/2010 Εφ.Α.Δ 2011.434, Εφ.Θες 2944/2004 Αρμ 2005.886,  Εφ. Θες 1101/2002 Αρμ.2003.38, Εφ.Πειρ. 749/2014 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ,  Απ. Γεωργιάδης,  ΣΕΑΚ τόμ ΙΙ, στο άρθρο 1489, αρ.10, σελ.826).

Από την εκτίμηση της ένορκης καταθέσεως της μάρτυρος που εξετάσθηκε με την επιμέλεια της ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου,  η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως των δικαστηρίων και αξιολογείται καθαυτή και σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κατά το μέτρο και τρόπο της γνώσεως και το βαθμό της αξιοπιστίας της, όλων των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (αρ. 529 παρ. 1α ΄ Κ.Πολ.Δ),καθόσον η μη προσκομιδή τους κατά τη δίκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν έγινε από πρόθεση ή από βαριά αμέλεια των διαδίκων –στα οποία περιλαμβάνονται η προσκομιζόμενη από την ενάγουσα φωτογραφία και οι ληφθείσες εξ αφορμής άλλων δικών μεταξύ των διαδίκων, προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις των οποίων άλλωστε δεν απαιτείται ειδικότερη μνεία τους (Ολ.Α.Π 8/2016,  Α.Π 736/2016, Α.Π 736/2016, Α.Π 800/2015, Α.Π 897/2014, Α.Π 254/2013 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ )-τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για ορισμένα από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να έχει παραληφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (Α.Π 1001/2012 Τ.Ν.Π ΝΟΜΟΣ, Α.Π 1628/2003 Ελλ.Δνη 2004,723) και χωρίς να ληφθεί υπόψη η προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο 15.936/21-2-2019 ένορκη βεβαίωση -, για την οποία σημειωτέον ότι ο εναγόμενος δεν ισχυρίζεται, ούτε άλλωστε προκύπτει εκ των προσκομιζομένων εγγράφων, ότι δόθηκε εξ αφορμής άλλων δικών μεταξύ των διαδίκων (καθόσον η δίκη για την οποία δόθηκε δεν αναφέρεται στο κείμενο της εν λόγω ένορκης βεβαιώσεως, στο οποίο αορίστως αναγράφεται ότι η τελευταία «θα χρησιμοποιηθεί για δικαστική χρήση και για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14-2-2019 –εξώδικη ειδοποίηση –γνωστοποίηση εξετάσεως μαρτύρων » που επιδόθηκε στην ενάγουσα,  η οποία όμως δεν προσκομίζεται από τον εναγόμενο )διότι ο τελευταίος δεν επικαλείται αυτή νομότυπα, ήτοι σαφώς και ειδικά ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση της αντιδίκου του (με επίδοση σχετικής κλήσεως ή γνωστοποίηση ενώπιον του δικαστηρίου ),ούτε (κυρίως) επικαλείται ή προσκομίζει συγκεκριμένα αποδεικτικό της ανωτέρω κλητεύσεως έγγραφο, ούτε επικαλείται ότι αυτή παραστάθηκε κατά την εξέτασή του άνω μάρτυρα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα. Όι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στην Αττική, στις 2-7-2005, κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν δύο ανήλικα σήμερα τέκνα, την θυγατέρα και τον υιό, τα οποία γεννήθηκαν στις 29-6-2007 και 25-9-2015 αντίστοιχα. Η έγγαμη συμβίωση τους διακόπηκε στις 12-6-2016 οπότε ο εναγόμενος αποχώρησε από την οικογενειακή στέγη, μετεγκατασταθείς σε άλλη κατοικία, ήδη δε με την 831/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει απαγγελθεί η λύση του γάμου τους –χωρίς όμως να αποδεικνύεται ότι η εν λόγω απόφαση είχε καταστεί (κατά το χρόνο της συζητήσεως της ένδικης εφέσεως ) αμετάκλητη. Λίγες μέρες μετά τη οριστική διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως και στα πλαίσια προσπάθειας για συναινετική λύση των διαφορών τους που προέκυψαν από την τελευταία, οι διάδικοι κατάρτισαν το από 19-6-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο, μεταξύ άλλων, ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει μηνιαίως για τη διατροφή των δύο τέκνων του το ποσόν των 650,0 ευρώ για καθένα να μεταβιβάσει λόγω δωρεάς στην ενάγουσα την κυριότητα πενταώροφης οικοδομής (πολυκατοικίας εμπορικών αποθηκών με δώμα )ιδιοκτησίας του,  του Δήμου Αθηναίων και είχε ανεγερθεί κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων ( περί το έτος 2012) με δαπάνες του επί οικοπέδου επιφάνειας 225,91 τ.μ., όπως εν τέλει και έπραξε, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος 220/29-12-2016 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων, τα οποία κατά το χρόνο της ασκήσεως της αγωγής διένυαν αντίστοιχα τα ενδέκατο(11ο ) και τρίτο (3ο ) έτη της ηλικίας τους, αδυνατούν να διαθρέψουν τους εαυτούς τους, αφού δεν έχουν δική τους περιουσία, ούτε εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή και επιπλέον, δεν έχουν την δυνατότητα, λόγω της ηλικίας τους να εργαστούν. Ως εκ τούτου, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 15-5-2018, επομένη της επιδόσεως της ένδικης αγωγής (βλ. την 6.813/14-5-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας  του Εφετείου Πειραιά έχουν αξίωση διατροφής και από τους δύο γονείς τους κα δη ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητές τους (άρθρο 1489 εδ. β’ Α.Κ.).Από αυτούς ο εναγόμενος είναι επιχειρηματίας, δραστηριοποιούμενος στην εμπορία ανταλλακτικών αυτοκινήτων, παράλληλα δε διατηρεί και συνεργείο αυτοκινήτων στην περιοχή του δήμου Νίκαιας Πειραιά. Οι ανωτέρω επιχειρηματικές δραστηριότητες ασκούντο μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2018 μέσω ατομικής του επιχειρήσεως και από τον Ιούλιο του ίδιου έτους μέσω εταιριών αποκλειστικών συμφερόντων του (αρχικά ετερόρρυθμης και ακολούθως ομόρρυθμης ),σε δύο οριζόντιες ιδιοκτησίας (ισόγειο και υπόγεια-αποθήκη) επιφανείας εκάστης 111,39 και 111,80 τ.μ. αντίστοιχα που βρίσκονται, στην περιοχή της Νίκαιας Πειραιά. Σύμφωνα με τα προσκομιζόμενες πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου της αρμόδιας φορολογικής αρχής, οι οποίες εκδόθηκαν με βάση τις αντίστοιχες φορολογικές δηλώσεις, τα ακαθάριστα έσοδα από την επιχειρηματική δραστηριότητα του εναγομένου κατά τα φορολογικά έτη 2016 και 2015 ανήλθαν αντίστοιχα σε 343.661,29 και 367.836,54 ευρώ, ενώ τα συνολικά  δηλωθέντα καθαρά φορολογητέα εισοδήματά του ανήλθαν κατά τα ανωτέρω φορολογικά έτη σε 22.053,17 και 25.555,05 ευρώ, εκ των οποίων ποσά ύψους 19.870,29 και 20.440,20 ευρώ προέρχονταν από την εκμετάλλευση ακίνητης περιουσίας και ποσά ύψους 2.182,37 και 5.058,09 ευρώ αντίστοιχα προέρχονταν από κέρδη της προαναφερθείσας επιχειρηματικής του δραστηριότητας. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος ο οποίος ανήγειρε με δαπάνες του από το έτος 2012 (κατόπιν εκδοθείσας κατά το έτος 2008 οικοδομικής άδειας ) πενταώροφη πολυκατοικία, την οποία, όπως προεκτέθηκε, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στην ενάγουσα, έχει εκτεταμένο δίκτυο πελατών, απασχολεί στις επιχειρήσεις του προσωπικό και έχει αποκτήσει σύμφωνα με όσα θα αναφερθούν κατωτέρω μεγάλη ακίνητη περιουσία, ενώ διατηρεί και δύο Ι.Χ.Ε αυτοκίνητα.

Τα ανωτέρω σε συνδυασμό με το ως άνω ύψος των ακαθαρίστων εσόδων των επιχειρήσεών του, τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, σύμφωνα με τα οποία εάν μία επιχείρηση είναι ζημιογόνος ή λειτουργία της αποφέρει ελάχιστα κέρδη του εναγομένου από τη λειτουργία των επιχειρήσεών του δηλώνονται από τον ίδιο στα ποσά των 2.182,37 και 5.058,09 ευρώ αντίστοιχα δεν υφίσταται λόγος συνεχίσεως της λειτουργίας τους, και τη γνωστή σε όλους, επίσης κατά διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δυσκολία εντοπισμού των αληθών εισοδημάτων των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε ομοειδείς ή συναφείς τομείς με αυτούς των επιχειρήσεων του εναγομένου, καταδεικνύουν ότι τα καθαρά εισοδήματα του εναγομένου, δεν υπολείπονταν κατά το χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής (που αποτελεί τον κρίσιμο χρόνο για το καθορισμό των προυποθέσεων επιδικάσεως διατροφής, της εκτάσεως και του ύψους της,  με βάση και το εκάστοτε επίδικο χρονικό διάστημα –Ολ. Α.Π 2/1994 Ελλ.Δνη 35 352, Α.Π 2070/2007 ΝοΒ 2008, 890, Α.Π. 132/2003 Ελλ.Δνη 44,1299, Εφ. Πειρ 127/2014 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ) μηνιαίως του ποσού των 5.000.00 ευρώ, πλέον ποσών ύψους 325,00 και 250,00 ευρώ που εισπράττει αντίστοιχα από την εκμίσθωση δύο ακινήτων του και ειδικότερα, α) ενός επαγγελματικού χώρου, επιφάνειας 239 τμ, που βρίσκεται στον πρώτο όροφο οικοδομής κειμένης στην Αθήνα, τον οποίο εκμισθώνει από κοινού με τον συγκύριο του κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου β) μίας ισόγειας μονοκατοικίας, επιφάνειας 72 τμ, η οποία βρίσκεται στην Αττική και εκμισθώνεται στον…,περιστατικά, που αναφορικά με τις ανωτέρω μισθώσεις, προκύπτουν από τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα αποδείξεις υποβολής αντίστοιχων δηλώσεων πληροφοριακών στοιχείων μισθώσεως ακίνητης περιουσίας, από τις οποίες αναιρούνται οι αντίθετοι και συνακόλουθα αβάσιμοι ισχυρισμοί του εναγομένου περί μη εκμισθώσεως των ανωτέρω ακινήτων. Συνεπώς τα μηνιαία εισοδήματα του εναγομένου ανέρχονται στο ποσό των 5.575,00 ευρώ. Οι ισχυρισμοί του εναγομένου, ότι σύμφωνα με τις ανωτέρω πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου της αρμόδιας φορολογικής αρχής τα ετήσια εισοδήματά του ανέρχονταν στα ποσά των 22.053,17 και 25.555,05 ευρώ ( εκ των οποίων ποσά ύψους 19.870,29 και 20.440,20 ευρώ προέρχονταν από την εκμετάλλευση της ακίνητης περιουσίας και ποσά ύψους 2.1582,37 και 5.058,09 ευρώ αντίστοιχα προέρχονταν από κέρδη της προαναφερθείσας επιχειρηματικής του δραστηριότητας ) τυγχάνουν προδήλως αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθόσον δεν δικαιολογείται η απόκτηση των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους του, ούτε η διατήρηση επιχειρήσεων που του αποφέρουν σε ετήσια βάση μηδαμινά ποσά, ούτε τα τελευταία δικαιολογούνται ενόψει του ύψους των ακαθαρίστων εσόδων των ως άνω επιχειρήσεων του. Άλλωστε οι ανωτέρω πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου της αρμόδιας φορολογικής αρχής δεν αποτελούν ως προς το ύψος των δηλωθέντων ετήσιων καθαρών φορολογητέων εισοδημάτων του αδιάψευστα δικαστικά τεκμήρια, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι αντίστοιχες φορολογικές του δηλώσεις με βάση τις οποίες συντάχθηκαν τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα, έχουν ελεγχθεί και έχουν βρεθεί ειλικρινείς (Α.Π 953/2015, Ε.Α 493/2018, Εφ.Δωδ. 10/2011 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Ο εναγόμενος είναι κύριος (πέραν των ανωτέρω μισθωμένων ακινήτων και των κατωτέρω (ακινήτων) και συγκεκριμένα 1) κατά πλήρη κυριότητα, α) ενός οικοπέδου, επιφάνειας 1.845,26 τ.μ., ευρισκόμενου στην  Αττική,  κατ ΄αποκλειστική και πλήρη κυριότητα και β) δύο (προεκτεθέντων) επαγγελματικών χώρων στους οποίους στεγάζεται  η επιχείρησή του και δη το συνεργείο αυτοκινήτων και η αποθήκη ανταλλακτικών αυτοκινήτων ευρισκόμενων στη Νίκαια, και 2)κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της κυριότητας α) μίας θέσεως σταθμεύσεως επί της ευρισκόμενης στην Αθήνα οικοδομής,  β) ενός ισογείου επαγγελματικού χώρου, επιφάνειας 299,70 τ.μ., ευρισκομένου ομοίως επί της οδού στην Αθήνα,  τον οποίο στις αρχές του έτους 2018 εκμίσθωσε επί δύο μήνες στην εταιρία με την επωνυμία «MEAT TECH MON/ΠΗ ΕΠΕ», έναντι, μηνιαίου μισθώματος 1.500,00 ευρώ,  γ) τριών επαγγελματικών χώρων, επιφάνειας 239,76 τμ, 133.96 τμ και 219 αντίστοιχα, οι οποίοι βρίσκονται στους δεύτερο, τρίτο  και τέταρτο αντίστοιχα ορόφους της ως άνω πολυώροφης οικοδομής στην Αθήνα εκ των οποίων εκμίσθωνε (πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής ) στην εταιρία με την επωνυμία … έναντι μηνιαίου μισθώματος 300,00 ευρώ. Επιπλέον ο εναγόμενος ανήγειρε περί το έτος 2011, με δαπάνες του, μία μεζονέτα, επιφάνειας 228,61 τ.μ. στην Αττική, σε αγροτεμάχιο που του μεταβίβασε με γονική παροχή η συνταξιούχος μητέρα του το έτος 2006, την οποία όμως η τελευταία φέρεται ότι ανακάλεσε, με τη συναίνεση του εναγομένου, μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής,  με το 15.504//11-7-2018 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών (του οποίου σημειωτέον ότι δεν αποδείχθηκε εκ των προσκομιζόμενων αποδεικτικών μέσων η μεταγραφή στα οικεία βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου). Τα ανωτέρω ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, ακόμη και όσα από αυτά δεν αποφέρουν κάποιο εισόδημα, συνεκτιμώνται ως περιουσιακά στοιχεία για τον προσδιορισμό των οικονομικών δυνατοτήτων του εναγομένου, ως στοιχείο της περιουσίας του, δεδομένου ότι τα εμπράγματα δικαιώματά του επί ακινήτων συνυπολογίζονται κατ’άρθρα 1389 και 1390 Α.Κ για τη συνεισφορά των υπόχρεων στη διατροφή των ανηλίκων τέκνων τους (Α.Π 272/2004 Ελλ.Δνη 2004.420,  Α.Π. 1638/2002  ΕλλΔνη 43,1293, Εφ. Πειρ. 48/2016 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ ). Τέλος,  ο ίδιος είναι κύριος ενός Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής … 4.600 κυβικών εκατοστών, το οποίο το έτος 2017 έθεσε σε ακινησία, ενός αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής και μίας δίκυκλης μοτοσυκλέτας εργοστασίου κατασκευής …(βλ. το από 16-9-2018 ιδιωτικό συμφωνητικό). Άλλα περιουσιακά στοιχεία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει. Ο εναγόμενος,  ο οποίος συμβιώνει στην ανωτέρω ανεγερθείσα με δαπάνες του μεζονέτα, παρά την προαναφερθείσα ανάκληση δωρεάς της μητέρας του – που είναι προφανές (ενόψει της μη αναφοράς συγκεκριμένου λόγου της εν λόγω ανακλήσεως και της συναινέσεως του σε αυτή) ότι δεν έγινε  σπουδαίως αλλά κατά το φαινόμενο -δεν αποδείχθηκε ότι καταβάλλει μίσθωμα για τη χρήση της, επιβαρυνόμενος κατά την αναλογία του με τα συνήθη λειτουργικά έξοδα της εν λόγω κατοικίας (ηλεκτροδοτήσεως, υδρεύσεως, θερμάνσεως κ.λ.π), επιβαρύνεται όμως με τη διατροφή και τρίτου ανήλικου τέκνου του που απέκτησε μετά της ανωτέρω συμβίας του. Κατά τα λοιπά οι δαπάνες διαβιώσεώς του είναι οι συνήθεις ανδρών αντίστοιχης με αυτόν ηλικίας, κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως. Εξάλλου,  η ενάγουσα εργάζεται ως δημοτική υπάλληλος με σχέση αορίστου χρόνου στον δήμο Αττική. Σύμφωνα με την προσκομιζόμενη από την ίδια πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου της αρμόδιας φορολογικής αρχής του φορολογικού έτους 2017 (που αποτελεί και το μοναδικό προσκομιζόμενο από τους διαδίκων αποδεικτικό μέσο περί των ετήσιων εισοδημάτων της ), τα ετήσια καθαρά φορολογητέα εισοδήματά της ανήλθαν στο ποσόν των 18.005,69 που αντιστοιχούν σε μηνιαίο εισόδημα ύψους 1.500,47 ευρώ και από την εκμετάλλευση (εκμίσθωση) μέρους της ως άνω ακίνητης περιουσίας της. Επιπλέον όπως και η ίδια συνομολογεί με την ένδικη αγωγή της τα καθαρά φορολογητέα εισοδήματά της ανήλθαν κατά το φορολογικό έτος 2016 σε 22.053,17 ευρώ που αντιστοιχούν σε μηνιαίο εισόδημα ύψους 1.837,76 ευρώ. Όπως ήδη προεκτέθηκε είναι κυρία και μεγάλης περιουσίας η οποία περιήλθε σ΄ αυτήν μετά από την προεκτεθείσα μεταβίβαση, αιτία δωρεάς, από τον εναγόμενο πενταώροφης οικοδομής (πολυκατοικίας εμπορικών αποθηκών με δώμα ) ανεγερθείσας του δήμου Αθηναίων, δυνάμει του 220/29-12-2016 προαναφερθέντος συμβολαίου. Πρόκειται περί ειδικού κτηρίου (εμπορικών αποθηκών ) αποτελούμενο από ισόγειο, πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο ορόφους επιφανείας εκάστου 119,93 τ.μ. πλέον ενός δώματος επιφανείας 24,57 τ.μ. Η ενάγουσα εκμεταλλεύεται κατά ένα ένα μέρος το εν λόγω ακίνητο εκμισθώνοντας τον δεύτερο όροφό του. Σε κάθε όμως περίπτωση η ανωτέρω ακίνητη περιουσία της – την οποία η ενάγουσα έχει υποχρέωση να εκμεταλλευθεί – συνεκτιμάται για τον προσδιορισμό των οικονομικών της δυνατοτήτων για τους προεκτεθέντες και επί αντιστοίχων ακινήτων του εναγομένου λόγους. Είναι ακόμη κυρία ενός Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής … Rav4(τζιπ),  το οποίο απέκτησε μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων, ενώ διαμένει μετά των δύο ανηλίκων τέκνων της σε μισθωμένη διώροφη μονοκατοικία (με υπόγειο) στο Κρυονέρι Αττικής, επιφάνειας 300 τ.μ. περίπου (η οποία αποτελούσε την τελευταία οικογενειακή στέγη των διαδίκων ) για την οποία καταβάλλεται μηνιαίο μίσθωμα ύψους 800,00 ευρώ, επιβαρυνόμενη επιπλέον, κατά την αναλογία της και με τις συνήθεις λειτουργικές της δαπάνες (ηλεκτροδοτήσεως, υδρεύσεως, θερμάνσεως κ.λ.π). Τέλος, δεν βαρύνεται με την υποχρέωση διατροφής άλλων προσώπων πλην των δύο ανήλικων τέκνων της, ενώ κατά τα λοιπά οι δαπάνες διαβιώσεώς της είναι οι συνήθεις γυναικών αντίστοιχης με αυτήν ηλικίας, κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως. Περαιτέρω από τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων,  η μεν θυγατέρα ήταν κατά το χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής (κατά το σχολικό έτος 2017-2018) μαθήτρια της πέμπτης τάξεως του…,εκπαιδευτικό ίδρυμα στο οποίο συνέχισε την φοίτηση και κατά τα δύο επόμενα σχολικά έτη ως μαθήτρια της έκτης τάξεως του δημοτικού και ακολούθως της πρώτης τάξεως του…. έναντι ετησίων διδάκτρων ύψους 4.950,00,  4.424.00 ευρώ και 5.425,00 ευρώ αντίστοιχα, που αναλογούν (επιμεριζόμενα σε ετήσια βάση ) σε μηνιαία δαπάνη διδάκτρων και κομίστρων του σχολικού έτους 2019-2020 των σχολείων Ψυχικού -Εκάλης του ανωτέρω εκπαιδευτηρίου ), ενώ ο ανήλικος Αριστοτέλης άρχισε από το σχολικό έτος 2019-2020 να παρακολουθεί μαθήματα και να απασχολείται δημιουργικά στο νηπιαγωγείο … έναντι ετησίων διδάκτρων ύψους 4.800,00 ευρώ  που αναλογούν (επιμεριζόμενα σε ετήσια βάση) σε μηνιαία δαπάνη ύψους 400,00 ευρώ. Δεν αποδείχθηκε η αορίστως επικαλούμενη καταβολή διδάκτρων για την εκμάθηση ξένων γλωσσών από τα ανωτέρω ανήλικα τέκνα των διαδίκων ούτε άλλη δαπάνη για κάποια άλλη εξωσχολική τους δραστηριότητα. Τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων τα οποία διαμένουν συνεχώς με την μητέρα τους επιβαρύνονται με την συμμετοχή τους στην καταβολή του μισθώματος της κατοικίας στην οποία διαβιούν καθώς και με τα συνήθη λειτουργικά έξοδα της τελευταίας (ηλεκτροδοτήσεως, υδρεύσεως, θερμάνσεως κ.λ.π) κατά την αναλογία τους. Δεν αντιμετωπίζουν κάποιο άξιο λόγου πρόβλημα υγείας,  ενώ οι λοιπές δαπάνες διαβιώσεώς τους, όπως τροφής, ενδύσεως, υποδήσεως, ψυχαγωγίας κ.λ.π είναι οι συνήθεις δαπάνες διαβιώσεως τέκνων της ίδιας ηλικίας και περιουσιακής καταστάσεως των γονέων τους. Ακόμη η ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή περίθαλψη τους μπορεί να καλύπτεται από τους ασφαλιστικούς φορείς των γονέων του.

Με βάση επομένως τις ως άνω οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων και τις εν γένει περιστάσεις, η κατά μήνα διατροφή των ανηλίκων τέκνων τους, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ανέρχεται στα ποσά των 1.100,00 και 850,00 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία είναι ανάλογα με τις ανάγκες τους, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής τους και ανταποκρίνονται στα απαραίτητα έξοδα για τη συντήρηση, την διατροφή, την ψυχαγωγία, την εκπαίδευση και την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη. Στα ως άνω ποσά συνυπολογίζεται και η προσφορά της προσωπικής εργασίας και απασχολήσεως της ενάγουσας -μητέρας τους για την περιποίηση και τη φροντίδα τους, που είναι αποτιμητή σε χρήμα. Από τα ανωτέρω ποσά ο εναγόμενος, σύμφωνα με τις οικονομικές του δυνατότητες, είναι σε θέση να καταβάλλει κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στην ενάγουσα για λογαριασμό των ανωτέρω ανηλίκων τέκνων, ως μηνιαία διατροφή του, εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα, το ποσόν των 850,00 ευρώ για την ανήλικη θυγατέρα και των 650,00 ευρώ για τον ανήλικο υιό, χωρίς να κινδυνεύει η δική του διατροφή. Κατά το υπόλοιπο ποσό που απαιτείται για τη διατροφή εκάστου εκ των ως άνω ανήλικων τέκνων των διαδίκων η ενάγουσα μητέρα τους με την προσφορά της συνυφασμένης με την συγκατοίκησή προσωπικής της εργασίας και απασχολήσεως για την περιποίηση και φροντίδα και εν γένει ανατροφή τους, αλλά και με τα εισοδήματά που έχει τη δυνατότητα να αποκομίζει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, κατά μερική αποδοχή του σχετικού αρνητικού ισχυρισμού του εναγομένου -καθόσον η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της δεν ζήτησε το σύνολο του ποσού, στο οποίο αποτίμησε τις διατροφικές ανάγκες των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, αλλά μόνο το μέρος το οποίο, κατά την άποψη της, πρέπει να βαρύνει τον εναγόμενο -περί συνεισφοράς της στη διατροφή του ως άνω τέκνων της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο,  το οποίο επιδίκασε για τις διατροφικές ανάγκες των ανήλικων τέκνων των διαδίκων τα ποσά των 1.025 και 815,00 ευρώ αντίστοιχα για το ίδιο χρονικό διάστημα, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, κατά μερική αποδοχή των συναφών και για το λόγο αυτό ενιαία εξεταζόμενων λοιπών λόγων της ένδικης εφέσεως. Επομένως,  η ένδικη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ως προς τα προσβαλλόμενα κεφάλαιά της που αφορόυν τις διατροφικές αξιώσεις των ανήλικων τέκνων των διαδίκων (και ως προς τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων προκειμένου να γίνει επανακαθορισμός αυτών και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας ). Ακολούθως, αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και ερευνηθεί η από 5-5-2018 ( αυξ. Αρ.εκθ. κατ. Δικογρ.917/9-5-2018) αγωγή, πρέπει αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλλει εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα στην ενάγουσα, με την ιδιότητα της ασκούσας την επιμέλεια των προσώπων των ανηλίκων τους τέκνων και για λογαριασμό εκάστου εξ ΄αυτών, ως τακτική σε χρήμα διατροφή τους, τα ποσά των οκτακοσίων πενήντα(850,00) ευρώ για την ανήλικη θυγατέρα και των εξακοσίων πενήντα(650,00) ευρώ για τον ανήλικο υιό, για το χρονικό διάστημα των δύο ετών από την επόμενη της επιδόσεως της αγωγής,  με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε περιοδικής μηνιαίας παροχής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. Τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας -εφεσίβλητης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, θα επιβληθούν, κατόπιν σχετικού νομίμου αιτήματος της, κατά ένα μέρος, ανάλογο της νίκης της, σε βάρος του εκκαλούντος – εναγομένου (αρ. 178, 183, 189, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ σε συνδ. Και με τα αρθ. 63 επ. του ν. 4194/2013- Κώδικα Δικηγόρων ), αφού προηγουμένως ο τελευταίος εκπέσει απ’αυτά το ποσό των διακοσίων ενενήντα(290,00 ) ευρώ που έχει ήδη προκαταβάλλει.

Δέχεται τυπικά και κατ’ουσίαν την από 10-1-2020 (ειδ. Αρ. εκθ. Καταθ. Δικογρ. 274/2000) έφεση.

Εξαφανίζει την 15.155/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τα κεφάλαια και τις αντίστοιχες διατάξεις της που αφορούν τις διατροφικές αξιώσεις των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων.

Διακρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 5-5-2018 (αυξ. Αρ. εκθ. Κατ. Δικογρ. 917/9-5-2018) αγωγής κατά το ίδιο μέρος

Δέχεται εν μέρει αυτήν.

Αναγνωρίζει την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλλει εντός του πρώτου πενθήμερου κάθε μήνα στην ενάγουσα, με την ιδιότητα της ασκούσας την επιμέλεια των προσώπων των ανηλίκων τέκνων τους και για λογαριασμό εκάστου εξ αυτών, ως τακτική σε χρήμα διατροφή τους, τα ποσά των οκτακοσίων πενήντα(850,00) ευρώ για την ανήλικη θυγατέρα και των εξακοσίων πενήντα(650,00) ευρώ για τον ανήλικο υιό, για το χρονικό διάστημα των δύο ετών από την επόμενη της επιδόσεως της αγωγής,  με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε περιοδικής μηνιαίας παροχής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως.

Καταδικάζει τον εκκαλούντα -εναγόμενο σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας -εφεσίβλητης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσόν των χιλίων εννιακοσίων (1.900,00) ευρώ, αφού προηγουμένως εκπέσει απ’αυτά το ποσό των διακοσίων ενενήντα (290,00) ευρώ που έχει ήδη προκαταβάλει

Κρίθηκε κ.λ.π.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ