ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΟΦΕΙΛΗΣ 90.000 ΕΥΡΩ-ΔΕΚΤΗ Η ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ
Νομική Προστασία κατά τραπεζών

ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΟΦΕΙΛΗΣ 90.000 ΕΥΡΩ – ΔΕΚΤΗ Η ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ

ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 197/2021 ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Επί της αίτησης του ν. 3869/2010 της αιτούσας είχε εκδοθεί η υπ´ αριθμ. 678/2017 οριστική απόφαση, ήδη εκκαλουμένη, του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, διά της οποίας η αίτηση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη κατόπιν παραδοχής της ένστασης των πιστωτριών περί δολίας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής.

Η υπ´ αριθμ. 197/2021 απόφαση του Πρωτοδικείου Πειραιώς, έκρινε τα ακόλουθα: απορρίφθηκε η ένσταση των τραπεζών περί δολιότητας στο πρόσωπο της αιτούσας, καθώς οι τράπεζες στις προτάσεις τους δεν εκθέτουν κατά τρόπο σαφή πότε η αιτούσα ανέλαβε κάθε δανειακή υποχρέωση και ποιο το ύψος εκάστης εξ αυτών, ούτε και εκθέτουν ποια ήταν τα εισοδήματα της αιτούσας κατά τον χρόνο ανάληψης των δανείων, ώστε συγκρινόμενα να θεμελιώνεται αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων με βάση τις τότε αλλά και τις μελλοντικά προβλεπόμενες οικονομικές της δυνατότητες. Συνεπώς, εσφαλμένα η πρωτόδικη απόφαση έκρινε την παραπάνω ένσταση ορισμένη, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Από την επανεκτίμηση της κατάθεσης της εκκαλούσας και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, αποδείχθηκαν τα εξής: Η εκκαλούσα, γεννηθείσα το 1977, είχε τελέσει το 2008 γάμο, ο οποίος λύθηκε αμετάκλητα το 2012. Το 2016 τέλεσε δεύτερο γάμο, προ της τελέσεως του οποίου, το 2014, είχαν αποκτήσει ένα τέκνο, ηλικίας σήμερα 6,5 ετών, την πατρότητα του οποίου είχε αναγνωρίσει ο νυν σύζυγός της.

Η εκκαλούσα από τον 7/2002 είχε προσληφθεί με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως πωλήτρια στην εταιρεία «ΖΑΡΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.». Στην ίδια εταιρεία εξακολουθεί να εργάζεται, όμως από τον 2/2012 απασχολείται με σύμβαση μερικής απασχόλησης, λαμβάνοντας μηνιαίως 424 ευρώ. Οι δε αποδοχές της εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο ότι ανέρχονται με υπερωρίες στο ποσό των 600€, λαμβανομένων υπόψιν και των φορολογικών της δηλώσεων. Περαιτέρω, η αιτούσα διαμένει σε οικία συγκυριότητάς της με τον σύζυγό της, το ανήλικο τέκνο τους και τα δυο ενήλικα τέκνα του συζύγου της από προηγούμενο γάμο.

Η εκκαλούσα τυγχάνει συγκύρια ακινήτων που απέκτησε από εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή από τον πατέρα της, μαζί με την μητέρα και τα έξι αδέλφια της, που βρίσκονται στο Πέραμα Αττικής και στην Εύβοια. Η εκποίηση των ποσοστών της εξ αδιαιρέτου, δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πιστωτών, ώστε πρέπει να εξαιρεθούν της ρευστοποίησης. Ο σύζυγός της είναι συγκύριος ενός διαμερίσματος και δυο βοηθητικών χώρων, ευρισκομένων στο Πέραμα. Το ετήσιο δηλωθέν εισόδημα της αιτούσας τα έτη 2006 και 2007, κατά τη διάρκεια των οποίων έλαβε το κύριο μέρος των δανείων της, και μέχρι το έτος 2011, ανερχόταν σε 25.767,86 ευρώ, 10.564,38 ευρώ, 11.344,04 ευρώ, 13.234,92 ευρώ, 13.653,37 ευρώ, 13.296,92 ευρώ αντίστοιχα. Κατά τα επόμενα έτη, οπότε και μεταβλήθηκε η σύμβαση εργασίας της, τα ετήσια δηλωθέντα εισοδήματά της ανήλθαν (2012-2019) σε 7.603,83 ευρώ, 4.690,73 ευρώ, 1.215,08 ευρώ, 6.922,12 ευρώ, 8.147 ευρώ, 7.451,75 ευρώ, 7.253,28 ευρώ και 7.549,84 ευρώ αντίστοιχα. Εξάλλου, προέκυψε ότι ο σύζυγός της διατηρεί ατομική επιχείρηση-συνεργείο αυτοκινήτων, με ετήσια δηλωθέντα εισοδήματα για το έτος 2019 1.902,04 ευρώ, τα οποία, ωστόσο, υπολείπονται των πραγματικών, τα οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ανέρχονται στο ποσό των 700 ευρώ μηνιαίως. Επομένως, η εκκαλούσα κατά το χρονικό διάστημα που ανέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της οφειλής της κέρδιζε από την εργασία της κατά μέσο όρο 1.100 ευρώ μηνιαίως, το δε έτος 2007 ήταν άγαμη και άτεκνη και διέμενε στην πατρική της οικία, ενώ το αμέσως επόμενο έτος (2008) τέλεσε γάμο με τον πρώτο σύζυγό της, ο οποίος συνεισέφερε στις οικογενειακές δαπάνες, καθότι μάλιστα μέρος των επίδικων δανείων είχε ληφθεί προς ανακαίνιση της κοινής τους κατοικίας, ιδιοκτησίας του τελευταίου. Περαιτέρω, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της αιτούσας ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 102.652,57 ευρώ, από συμβάσεις καταναλωτικού δανείου και ρυθμίσεις προγενέστερων οφειλών. Οι παραπάνω απαιτήσεις δεν είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες.
Κατά τον χρόνο λήψης των δανείων τελούσε σε διαφορετικές οικονομικές συνθήκες. Η λύση του πρώτου της γάμου το 2012 και η μεταβολή της εργασιακής της απασχόλησης, με περαιτέρω συνέπεια την μείωση των αποδοχών της περίπου κατά το ήμισυ του ποσού που λάμβανε μηνιαίως, μεταβολή η οποία εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα, σε συνδυασμό με τη γέννηση του τέκνου της το έτος 2014 και την αύξηση των οικογενειακών δαπανών της, την οδήγησαν σε αδυναμία εξυπηρέτησης των δανειακών της υποχρεώσεων, η μηνιαία δόση του συνόλου των οποίων ανέρχεται σε περίπου 1.000 ευρώ.

Τα δε εισοδήματά της συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της δεν της επιτρέπουν να τις εξυπηρετεί. Η αρνητική σχέση ρευστότητας και οφειλών της κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί. Συνεπώς, συντρέχει μόνιμη και διαρκής αδυναμία αυτής να αποπληρώσει τον κύριο όγκο των οφειλών της. Περαιτέρω, το κόστος διαβίωσης της αιτούσας και της τριμελούς οικογενείας της υπολογίζεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 950 ευρώ μηνιαίως. Κατόπιν των ανωτέρω, τα χρέη της αιτούσας πρέπει να ρυθμιστούν με μηνιαίες καταβολές. Ενόψει του μηνιαίου εισοδήματός της, ύψους 600 ευρώ, ενώ το ποσό που κερδίζει ο σύζυγός της εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 700 ευρώ, πρέπει να καταβάλλει μηνιαίως προς τις πιστώτριές της το ποσό των 160 ευρώ μηνιαίως (600-160=440 ευρώ μηνιαίως για τη συνεισφορά της στην αξιοπρεπή κάλυψη των στοιχειωδών οικογενειακών της αναγκών).
Η καταβολή των παραπάνω δόσεων της πενταετούς ρύθμισης, θα ξεκινήσει ένα μήνα μετά την επίδοση της παρούσας, καταβαλλομένου του ως άνω ποσού συμμέτρως διανεμόμενο. Έτσι, με τις παραπάνω δόσεις συνολικού ύψους 9.600 ευρώ, θα καλυφθεί ποσοστό επί της συνολικής οφειλής της. Ενόψει των παραπάνω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την αίτηση περί υπαγωγής της αιτούσας στο ν. 3869/2010.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ