ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΠΟΥ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ ΒΑΣΕΙ ΑΚΥΡΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΠΡΟΣ ΠΛΗΡΩΜΗ-ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΣΥΜΒΑΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ
Νομική Προστασία κατά τραπεζών

ΔΕΚΤΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΠΟΥ ΕΠΕΣΠΕΥΣΕ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΕΤΑIΡΕΙΑ

ΔΕΚΤΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΠΟΥ ΕΠΕΣΠΕΥΣΕ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΕΤΑΡΕΙΑ-ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΠΟΥ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ ΒΑΣΕΙ ΑΚΥΡΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΠΡΟΣ ΠΛΗΡΩΜΗ-ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΣΥΜΒΑΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ

1657/2022 ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ)

 

Ο αιτών (και ανακόπτων) αιτείται την αναστολή εκτέλεσης της από 21.07.2022 επιταγής προς πληρωμή, που συντάχθηκε κάτωθι του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ../2017 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με αυτήν υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ’ ης: α) ως κεφάλαιο 1.365.165,11 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της ημέρας της καταγγελίας της δανειακής σύμβασης, με βάση το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο, πλέον τόκων υπερημερίας, ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο εκάστου έτους μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, β) ως τόκους υπερημερίας, από 17.12.2015 έως 30.01.2017, 70.729,59 ευρώ, νομιμοτόκως από της επομένης ημέρας της επίδοσης της επιταγής προς πληρωμή, γ) ως δικαστική δαπάνη, 24.600 ευρώ, νομιμοτόκως από της επομένης ημέρας της επιδόσεως της επιταγής προς πληρωμή, δ) ως δαπάνη λήψεως αντιγράφου, συντάξεως, επιδόσεως της έκθεσης επίδοσης της επιταγής προς πληρωμή, το χρηματικό ποσό των 49,68 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος ΦΠΑ, νομιμοτόκως από της επομένης ημέρας της επιδόσεως της επιταγής προς πληρωμή και ε) ως δαπάνη επιδόσεως του πρώτου εκτελεστού απογράφου και της επιταγής προς πληρωμή, 43,40 ευρώ νομιμοτόκως από της επομένης ημέρας της επιδόσεως.

Με τους υπ’ αριθμ. 3, 4, 5, 6, 7 και 8 λόγους της ανακοπής, που συνιστούν ενιαίο λόγο-και προηγείται κατά την κρίση του δικαστηρίου, κατά την σειρά που επιβάλλει η ευχέρεια και η ταχύτητα της διαγνώσεως, ο ανακόπτων, ως καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτης ισχυρίζεται ότι, ανακόπτει την προαναφερόμενη από 21.07.2022 επιταγή προς πληρωμή, καθ’ όσον, η αναγκαστική εκτέλεση επισπεύδεται από την καθ’ ης η ανακοπή παρά τον νόμο και δη καταχρηστικά: α) αφενός μεν, λόγω της δυσαναλογίας μεταξύ του χρησιμοποιηθέντος μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού της καθ’ ης η ανακοπή, β) αφετέρου, λόγω της ακυρότητας όρων της σύμβασης, διά των οποίων προβλεπόταν: I) ο ανά εξάμηνο ανατοκισμός συμπεριλαμβανομένων και των ήδη ανατοκισθέντων τόκων, ΙΙ) η καταγγελία της συμβάσεως μονομερώς-επί μη καταβολής τριών διαδοχικών δόσεων, ΙΙΙ)  συμβατικοί όροι διά των οποίων προβλεπόταν ότι το ποσοστό τόκου του συμβατικού επιτοκίου, όσο και του επιτοκίου υπερημερίας, συμπεριλαμβανομένου σε όλες τις περιπτώσεις του ποσού φόρου ν. 128/1975 και τον υπολογισμό αυτού, επί έτους διαρκείας 360 και όχι 365 ημερών, με άμεση έννομη συνέπεια, εκ του αρχικού ποσού του δανείου των 1.170.000 ευρώ, η απαίτηση της καθ’ ης να ανέρχεται σε 1.365.165,11 ευρώ ως κεφάλαιο, νομιμοτόκως, με βάση το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο, πλέον τόκων υπερημερίας, ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο, και οπότε δεν ερείδεται στο νόμο, είναι αόριστη (μη εκκαθαρισμένη) και ως εκ τούτου προκαλείται σ’ αυτόν ανεπανόρθωτη βλάβη.

Ως προς το παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή μη του ως άνω ενιαίου λόγου της ανακοπής και της ένδικης αίτησης πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Α. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116, 632, 933 ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο ανακοπής των άρθρων 632 και 933 ΚΠολΔ είναι δυνατόν να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Η καταχρηστική συμπεριφορά του φορέως του δικαιώματος, εμφανίζεται υπό διάφορες μορφές, όπως με την ύπαρξη δυσαναλογίας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου εκτελέσεως και του επιδιωκομένου σκοπού, με την άσκηση δικονομικού δικαιώματος κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη, δηλαδή όταν η συμπεριφορά του φορέως του δικαιώματος ωθείται από κακοβουλία, με αποκλειστικό σκοπό την βλάβη του άλλου ή όταν η πράξη της εκτελέσεως υπερβαίνει τα όρια της θυσίας του οφειλέτου (ΑΠ 385/2010, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1512/2006, ΝΟΜΟΣ (και επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου)). Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή την συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της καταστάσεως προκαλεί επιπτώσεις στα συμφέροντα του υπόχρεου, οι οποίες, για την κατάφαση της καταχρηστικότητος, αρκεί να είναι δυσμενείς. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του εν όψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της καταστάσεως προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε εάν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που δυνατόν να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητος δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ. ΑΠ 6/2016, ΝΟΜΟΣ (και επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου)). Ο ισχυρισμός-ένσταση-περί της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος προϋποθέτει την ύπαρξη του δικαιώματος αυτού, δεν πληρούται δε, εάν ο υπόχρεος αρνείται, απλά ή αιτιολογημένα, να δεχθεί την ύπαρξη του δικαιώματος του αντιδίκου του (ΑΠ 1 313/2018, ΝΟΜΟΣ (και επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου)).

Β) Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 ν. 2251/1994 «Περί προστασίας των καταναλωτών», ορίζεται ότι καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφ’ όσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Αναγκαίες προϋποθέσεις, προκειμένου να θεωρηθεί ως καταναλωτής το πρόσωπο που επιζητεί την προστασία του νόμου, είναι να πρόκειται για προϊόντα ή υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και ο προμηθευόμενος τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες να είναι ο τελικός αποδέκτης τους. Καταναλωτής, άλλωστε, θεωρείται ο τελικός οικονομικός αποδέκτης των ανωτέρω προϊόντων και υπηρεσιών που προσφέρονται στην αγορά, ανεξαρτήτως εάν αποβλέπουν στην ικανοποίηση μη επαγγελματικών αναγκών, όπως απαιτούσε το προηγούμενο δίκαιο (άρθρο 2 αρ. 1 ν. 1961/1991). Εξ άλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με την χρήση τους, αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβιβάσεώς τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασή τους. Ούτως υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνον οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από την φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών. Εν όψει των προεκτεθέντων κ α τ α v α λ ω τ έ ς υπό την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α’ ν. 2251/1994 θεωρούνται και: Α) ο π ρ ω τ ο φ ε ι λ έ τ η ς-επί συμβάσεως παροχής τραπεζικών υπηρεσιών-δ α ν ε ι ο λ ή π τ η ς επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου ή λήπτης πιστώσεων, ως τελικός αποδέκτης των πιστωτικών υπηρεσιών της τράπεζας για να τις καταναλώσει και όχι να τις προσφέρει περαιτέρω με αντάλλαγμα και Β) ο ε γ γ υ η τ ή ς υπέρ τέτοιου δανειολήπτη-εμπόρου-ιδίως δε, αυτός που εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης (π α ρ α ι τ ο ύ μ ε ν ο ς των ε ν σ τ ά σ ε ω ν), ο οποίος δεν ενεργεί στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητός του, ε μι π ί π τ ε ι στο πεδίο π ρ ο σ τ α σ ί α ς του άνω νόμου, λόγω του π α ρ ε π ο μ έ ν ο υ χα ρ α κ τ ή ρ ο ς της ε γ γ υ ή σ ε ω ς-δηλαδή του επιβοηθητικού χαρακτήρος της προς την εμπορική δραστηριότητα και προς τις συναλλαγές που συνάπτει o πρωτοφειλέτης (Εφ. Δυτ. Μακεδονίας 19/2020, ΝΟΜΟΣ, Εφ. Θεσ. 459/201 Ι, ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2011, σελ. 535).

Περαιτέρω δε, κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 ν. 2251/1994 «Περί προστασίας των καταναλωτών»-όπως τυποποιήθηκε νομοθετικά-κατά την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη διατάξεων του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου και δη, της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ L 95 της 21-4-1993, σ. 29)), ορίζεται ότι, οι γενικοί όροι συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.), δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι, άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα την διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών εις βάρος του καταναλωτού. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται, αφού ληφθούν υπ’ όψιν η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά την σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία εξαρτάται. Κατά δε την παρ. 7 του ίδιου πιο, πάνω άρθρου, καταχρηστικοί, ενδεικτικά, είναι οι Γ.Ο.Σ., που, μεταξύ άλλων …. ε) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς λύσεως ή τροποποιήσεως της συμβάσεως χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο, ια) χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στην σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή… ιγ) αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτού … κστ) επιτρέπουν στον προμηθευτή να απαιτήσει από τον καταναλωτή υπέρμετρες εγγυήσεις  ….. κζ) αναστρέφουν το βάρος απόδειξης σε βάρος του καταναλωτού ή περιορίζουν υπέρμετρα τα αποδεικτικά του μέσα … λ) επιβάλλουν στον καταναλωτή, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της παροχής του, υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση. Οι πιο πάνω αναφερόμενες ενδεικτικά περιπτώσεις γενικών όρων θεωρούνται, άνευ ετέρου, από τον νόμο, ως καταχρηστικοί, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας του άρθρου 2 παρ. 6 ν. 2251/1994. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των Γ.Ο.Σ. αποτελούν εξειδίκευση, του γενικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ με τα αναφερόμενα σ’ αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητος ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών λαμβάνεται υπ’ όψιν, κατά κύριο λόγο, το συμφέρον του καταναλωτού με συνεκτίμηση όμως της φύσεως των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σχετική σύμβαση καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επιτεύξεως σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών. Ως μέτρο ελέγχου της διαταρράξεως της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει, για την συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων εις βάρος του καταναλωτού, είναι δυνατόν να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως. Προς τούτο λαμβάνονται υπ’ όψιν τα συμφέροντα των συμβαλλομένων στην συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτού, για διατήρηση του όρου που ελέγχεται και ποιο είναι εκείνο του καταναλωτού για κατάργησή του (Εφ. Αθ. (Μον.) 302/2018, ΝΟΜΟΣ). Δηλαδή ερευνάται ποιες συνέπειες θα έχει η διατήρηση ή κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πώς θα ήταν δυνατόν κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου, που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πώς είναι δυνατόν κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επελεύσεως του κινδύνου με δικές του ενέργειες. Οι ΓΟ.Σ., τέλος, πρέπει, σύμφωνα με την α ρ χ ή της δ ι α φ ά ν ε ι α ς, η οποία έχει ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο μέσω των άρθρων 2 παρ. 1, 2, 3, 6, 7 περ. ε’, ζ’, η’, ι’, ια’, ιβ’ και 5 ν. 2251/1994, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή. Δηλαδή, οι Γ.Ο.Σ. πρέπει να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της συμβάσεως, όπως η  διάρκειά της και τα μεγέθη που περικλείονται στην βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, ενώ κατ’ αρχήν δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρος κάποιου Γ.Ο.Σ., εντούτοις, ελέγχεται εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν δηλαδή έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (ΑΠ 561/2014, ΧΡΙΔ 2014, σελ. 622 (και επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου), Εφ. Δυτ. Μακ. (Μον.) 36/2019, ΝΟΜΟΣ). Ο κ α τ α ν α λ ω τ ή ς πρέπει να κ α τ α ν ο ε ί πλήρως την συναλλακτική θέση του κατά την σ ύ v α ψ η της σ υ μ β ά σ ε ω ς (Εφ. Αθ. 776/2006, Δ/ΝΗ 2006, σελ. 1.499, Εφ. Θεσ. 422/2004, ΠΕΙΡΝΟΜ 2005, σελ. 243 (και ΝΟΜΟΣ)). Στην ως άνω δε αρχή (διαφάνειας) προσκρούει o όρος δανειακής συμβάσεως, που προβλέπει ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 3 6 Ο η μ ε ρ ώ v, αντί των 3 6 5 η μ ε ρ ώ ν  ε τ η σ ί ω ς, που ορίζεται στην Κοινή Υπουργική Απόφαση (Κ. Υ.Α.) Υπουργών Δικαιοσύνης-Εμπορίου-Οικονομίας Φ1-983/7/21ης Μαρτίου 1991, όπως συμπληρώθηκε από τις Υπουργικές Αποφάσεις Φ1-5353/14ης Δεκεμβρίου 1994 και Ζ1-178/13ηs Φεβρουαρίου 2001-και ήδη κατά το άρθρο 26-Παράρτημα Ι.-Ι-περ. γ’ της νυν ισχυούσης Κ.Υ.Α. (Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας-Ανταγωνιστικότητος και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης) Ζ1-699/2010 (Φ.Ε.Κ. B’, 917/23.06.2010) «Προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς την οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των ΕΚ, αριθμόν L 133 της 22.05.2008» και τούτο-λόγω του αδιαφανούς της πρόσθετης επιβαρύνσεως του δανειολήπτου κατά ποσοστό 1,3889% (ΑΠ 368/2019, ΕΠΟΛΔ 2019, σελ. 423 (ΝΟΜΟΣ και επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου)), ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, σελ. 460 επ. (και ΝΟΜΟΣ), Εφ. Πειραιώς   ΝΟΜΟΣ, Εφ. Δυτ.   19/2020, ΝΟΜΟΣ, Σπ. Ψυχομάνη «Τραπεζικό Δίκαιο-Δίκαιο Τραπεζικών συμβάσεων», Τεύχος Ι, παρ. 228-231, περ. ζ’, σελ. 92-97, Τεύχος ΙΙ, παρ. 455, 495, 496, σελ. 186, 203). Επί πλέον δε, κ α τ α χ ρ η σ τ ι κ ό ς Γ.Ο.Σ. (άρθρο 281 ΑΚ), που αντίκειται στην α ρ χ ή της δ ι α φ ά ν ε ι α ς, είναι και η ρ ή τ p α, δυνάμει συμβάσεως τραπεζικού δανείου (ή και χορηγήσεως λοιπών πιστώσεων), με βάση την οποία (ρήτρα) προβλέπεται η δυνατότητα της τ ρ α π έ ζ η ς  να  κ α θ ο ρ ί ζ ε ι   μ ο ν ο μ ε ρ ώ ς το ε π ι τ ό κ ι o, που υ π ε ρ β α ί ν ε ι τα α ν ώ τ α τ α όρια των ε ξ ω τ ρ α π ε ζ ι κ ώ ν  ε π ι τ o κ ί ω v, χωρίς να καθορίζονται κριτήρια ειδικά εκ των προτέρων και εύλογα για τον καταναλωτή-πελάτη (ΑΠ 1219/2001, ΔΕΕ 2001, σελ. 1.128 (ΝΟΜΟΣ και επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου)).

Γ) Περαιτέρω δε, κατά την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 ν. 128/1975 (Φ.Ε.Κ. Α’, 178/22ας Αυγούστου 1975) «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων τινών αναφερομένων εις την λειτουργίαν του χρηματοδοτικού συστήματος», ορίζεται ότι: «Άρθρον 1. ….παρ. 3. Επιβάλλεται από του έτους 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του μόνου ετησίου ύψους των εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ’ αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των πιστώσεων προς Τραπέζας, ως και προς το Δημόσιον, πλην των εντόκων γραμματίων. Η εισφορά αύτη οφείλεται πέραν των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών. Δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορισθήσονται τα της εκτελέσεως της παρούσης παραγράφου ως και πάσα λεπτομέρεια αναγκαία δι’ εφαρμογήν αυτής. …». Εν προκειμένω, η παροχή πιστώσεων και δανείων από πιστωτικά ιδρύματα επιβαρύνεται κατά κανόνα, με την λεγομένη ειδική εισφορά του ν. 128/1975, που αποτελεί ουσιαστικά οικονομικό βάρος-φόρο, με υποκείμενο τα πιστωτικά ιδρύματα και αντικείμενο τις πάσης φύσεως απαιτήσεις τους από την παροχή πιστώσεων και τρόπο υπολογισμού τον ίδιο με εκείνο των τόκων. Ο φόρος αυτός, καταβαλλόμενος από τις τράπεζες στην Τράπεζα της Ελλάδος και φερόμενος σε πίστωση ειδικού λογαριασμού, εισπράττεται από το Δημόσιο, αποτελώντας έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού. Περαιτέρω δε, κατά την ο ρ θ ό τ ε ρ η ά π ο ψ η-την οποία δέχεται το παρόν Δικαστήριο-ειδικά στις τραπεζικές συμβάσεις και προς εξασφάλιση της πληρεστέρας προστασίας των καταναλωτών (πρωτοφειλετών και εγγυητών) η «εισφορά» αυτή του ν. 128/1975 αποτελεί δημοσιονομικό βάρος-που επιβαρύνει αποκλειστικά και μόνον τις τράπεζες, ως τμήμα του συνήθους (χρηματικού) κόστους της επιχειρηματικής δραστηριότητός τους και του εξ αυτής προκύπτοντος χρηματικού κέρδους τους. Τούτο δε-όπως αντιστοίχως ισχύει και για τους λοιπούς συμβατικούς όρους (Γ.Ο.Σ.) των τραπεζικών συμβάσεων-εκάστοτε κρινομένους και ερμηνευομένους-με βάση τις διατάξεις των 173, 200, 281, 288 ΑΚ και ν. 2251/1994 «Περί’ προστασίας των καταναλωτών», δικαιολογείται από την ανάγκη εξισορροπήσεως της θέσεως και των συμφερόντων των οικονομικά και συμβατικά άνισων συμβαλλομένων μερών, ήτοι, των τραπεζών-ως πιστωτών και των αντισυμβαλλομένων τους-καταναλωτών-λόγω: α’) τόσον της νομοθετικά ειδικώς ρυθμιζομένης-με βάση τις διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης τραπεζικής και νομισματικής νομοθεσίας-αποκλειστικά και παγίως υπερεχούσης (προνομιακής)-μονοπωλιακής θέσεως των τραπεζικών ανωνύμων εταιριών στην «αγορά χρήματος» (χρηματο-πιστωτική αγορά)-στοιχείο το οποίο τις καθιστά εκ προοιμίου οικονομικά και συμβατικά ισχυρότερους-ως συμβαλλομένους έναντι των αντισυμβαλλομένων τους-καταναλωτών (πρωτοφειλετών και εγγυητών), επί των καταρτιζόμενων συμβάσεων παροχής πιστώσεων και δανείων. Οι τελευταίες αναμφισβήτητα αποτελούν για τους καταναλωτές τυπικά και ουσιαστικά σ υ μ β ά σ ε ι ς π ρ ο σ χ ω ρ ή σ ε ω ς-με π ρ ο δ ι α τ  υ π ω μ έ ν ο υ ς συμβατικούς όρους (Γ.Ο. Σ.) (άρθρο 2 παρ. 1 ν. 2251/1994 «Περί προστασίας των καταναλωτών» (βλέπε σχετικώς και Απ. Γεωργιάδη «Σύντομη Ερμηνεία του Αστικού Κώδικα (Σ.Ε.Α.Κ.)», τόμος Ι, άρθρο 192 ΑΚ, παρ. Δ-ΙΙ. αρ. 19-23, σελ. 348-349, l. Καράκωστα «Δίκαιο Προστασίας Καταναλωτή-(Ερμη-νεία-Νομολογία-Πρακτική εφαρμογή)»-άρθρο 2 ν. 2251/1994, παρ. 1-αρ. 43-46, σελ. 88-89, παρ. 4.Β-ΙΙ. αρ. 148, σελ. 125)-ακόμη και στην περίπτωση των προσφερομένων-προς επιλογή-πλειόνων «χρηματοδοτικών/πιστωτικών προγραμμάτων» και αντιστοίχων σχεδίων πιστωτικών και δανειακών συμβάσεων, το περιεχόμενο των οποίων-οι αντισυμβαλλόμενοί τους-καταναλωτές (πρωτοφειλέτες και εγγυητές), ως οικονομικά και συμβατικά ασθενέστεροι, όντες εξαρτημένοι για την πιστωτική και δανειακή χρηματοδότηση τους αποκλειστικά από τα προτεινόμενα τραπεζικά προϊόντα και τις αντίστοιχες υπηρεσίες-αδυνατούν να διαπραγματευτούν ουσιαστικά και να μεταβάλλουν-τούτο δε-κατά προφανή παρέκκλιση από την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και με αντίστοιχο-υπέρμετρο περιο-ρισμό της συμβατικής ελευθερίας τους (άρθρο 361 ΑΚ). Αντιστοίχως δε, και εν όψει των προαναφερομένων-η υποχρέωση των αρμοδίων οργάνων των τραπεζών να ενημερώνουν τους αντισυμβαλλομένους τους-καταναλωτές (άρθρο Β2 της υπ’ αριθμόν 2.501/2002 Πράξεως του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος και  της νυν ισχυούσης Κ.Υ.Α. (Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας-Ανταγωνιστικότητος και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης) Ζ1-699/2010 (Φ.Ε.Κ. Β’, 917/23.06.2010) «Προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς την οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ  του Συμβουλίου που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των ΕΚ, αριθμόν L 133 της 22.05.2008») καθίσταται-για τους τελευταίους πρακτικά και κατά τις παραγόμενες έννομες συνέπειες αλυσιτελής και εκ τούτου-άνευ αντικειμένου, όταν η δυνατότητά τους-ως καταναλωτών-δεσμεύεται και περιορίζεται και μάλιστα υπέρμετρα: Ι) είτε στην επιλογή να συμβληθούν αποδεχόμενοι τους αντιστοίχους μονομερώς εξ αρχής καθορισμένους συμβατικούς όρους, ΙΙ) είτε στην επιλογή να μην καταρτίσουν τις πιστωτικές ή δανειακές συμβάσεις. β’) όσον και της συνήθους στην συμβατική πρακτική-κυρίως εμπράγματης εξασφαλίσεως των απαιτήσεών τους ως δανειστών/πιστωτών (άρθρα 1209 επ., 1248 επ., 1257 επ. ΑΚ), έναντι των χρηματοδοτικών πιστώσεων-που παρέχουν στους αντισυμβαλλομένους τους-καταναλωτές (πρωτοφειλέτες και εγγυητές). -Ως εκ τούτου και στην περίπτωση του ο υ σ ι ώ δ ο υ ς συμβατικού όρου μετακυλίσεως στους καταναλωτές-αντισυμβαλλομένους των τραπεζών της ως άνω «εισφοράς», που βαρύνει αποκλειστικά τις τελευταίες-εφαρμόζονται οι προστατευτικές διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ, 1 παρ. 4 και 2 παρ. 6-7 ν. 2251 1994 «Περί προστασίας των καταναλωτών». Επομένως, το βάρος τούτο, που επαυξάνει υπέρμετρα και αισχροκερδώς (κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 179 ΑΚ) το ποσοστό κέρδους των πιστωτριών τραπεζών και παραλλήλως το κόστος της «αγοράς/δανεισμού χρήματος»-άρα και το εκάστοτε χρηματικό χρέος για τους αντισυμβαλλομένους τους καταναλωτές-πρωτοφειλέτες ή εγγυητές-ασφαλώς δεν είναι δυνατόν εν όλω ή εν μέρει να μετατεθεί (όπως αντιστοίχως και το κόστος εκ του επιχειρηματικού κινδύνου) τυπικά στους τελευταίους (καταναλωτές), επειδή-πλέον των προαναφερομένων-μόνον με τυπικό νόμο και όχι με σύμβαση, είναι δυνατόν να επιβληθεί φόρος ή άλλο οικονομικό βάρος σε πολίτες (άρθρο 78 Συντ.) και ως εκ τούτου, η κατά κυριολεξία μετάθεση του φόρου, θα σήμαινε τουλάχιστον καταστρατή-γηση του νόμου, που προέβλεψε για συγκεκριμένο λόγο την «εισφορά». Επί πλέον δε-και συμπληρωματικά προς τα προαναφερόμενα σε κάθε περίπτωση-η χωριστή επιβάρυνση του πιστολήπτου- οφειλέτου με επιτόκιο και εισφορά, δημιουργώντας σ’ αυτόν την πεπλανημένη αντίληψη περί των βαρών του, καθιστά καταχρηστικό τον αντίστοιχο συμβατικό όρο, επειδή πλήττει την οφειλομένη διαφάνεια στην συμβατική σχέση, μη προσδιορίζοντας με τρόπο ορισμένο και σαφή την παροχή του πιστολήπτου-οφειλέτου και ιδίως, την αιτία της. Επιπροσθέτως δε, όταν το συμφωνημένο ε π ι τ ό κ ι ο-ευρίσκεται στο ανώτατο επιτρεπόμενο- διοικητικά καθορισμένο ή άλλως πως προκύπτον-όριο, η π ρ ο σ θ ή κ η σ’ αυτό και της «εισφοράς», λογιζομένη ως τ ό κ ο ς, κατά την διάταξη του άρθρου 293 ΑΚ και συνιστώντας υπέρβαση του θεμιτού ορίου αυτού, επιφέρει την ακυρότητα της υπερβάσεως (άρθρα 179 και 294 ΑΚ) και συνιστά τοκογλυφία. Το καθοριζόμενο δε, στην διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 ν. 128/1975 μοναδικό σαφές υποκείμενο καταβολής της «εισφοράς» είναι τα πιστωτικά ιδρύματα (Εφ. Αθ. 5253/2003, ΑΡΧΝ 2004, σελ. 201 (και ΝΟΜΟΣ)) και μόνον κατ’ εξαίρεση, ο πιστολήπτης-οφειλέτης, σε περίπτωση λήψεως πιστώσεως στην αλλοδαπή. Ούτως, ουδεμία «εισφορά» είναι δυνατόν να επιβάλλεται ή να μετακυλίεται στον πιστολήπτη ως πρόσθετη διακεκριμένη επιβάρυνση. Ο πιστολήπτης (πρωτοφειλέτης) και ο εγγυητής είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν, μόνον, τους συμφωνημένους τόκους, με βάση συγκεκριμένο επιτόκιο, χωρίς τον συνυπολογισμό σ’ αυτό και της «εισφοράς» του ν. 128/1975-η οποία δεν τους αφορά (βλέπε και Σπ. Ψυχομάνη «Τραπεζικό Δίκαιο-Δίκαιο Τραπεζικών συμβάσεων», Τεύχος ΙΙ, παρ. 614, 620, 622, σελ. 254, 257-258). Εξ άλλου, με την 2501/31.10.2002 Πράξη του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος (Φ.Ε.Κ. Α’  277/2002), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 18 παρ. 5 ν. 2076/1992 (όπως αυτό ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 92 παρ. 1 ν. 3601/2007) και, συνεπώς, έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, τροποποιήθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις που αφορούν την ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα, που λειτουργούν στην Ελλάδα, για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους. Ειδικότερα στην παράγραφο Γ της ανωτέρω Πράξεως ορίζονται και τα ακόλουθα: «4. ….. α) Επίσης, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν, ανεξάρτητα από την υποβολή σχετικού αιτήματος, να παρέχουν αναλυτική ενημέρωση στους δανειζόμενους ως προς το ύψος των οφειλών τους (κεφάλαιο, τόκους και πάσης φύσεως επιβαρύνσεις) εντός 30 ημερών από την περιέλευσή τους σε υπερημερία. …». Ειδικά δε, για τις τράπεζες γίνεται δεκτό, βάσει των διατάξεων των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ, ότι ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί, που ασκούν αποφασιστική επιρροή στην ανάπτυξη και λειτουργία των χρηματοδοτούμενων από αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού από την φύση της, η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ι δ ι α ί τ ε ρ η ς ε μ π ι σ τ ο σ ύ ν η ς μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την συμβατική υ π ο χ ρ έ ω σ η π ί σ τ ε ω ς και π ρ ο σ τ α σ ί α ς σε σχέση με τα συμφέροντα των πελατών τους. Ούτως, σε περίπτωση δ υ σ χ έ ρ ε ι α ς του π ι σ τ ο ύ χ ο υ να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του από την πιστωτική σύμβαση λόγω π ρ ό σ κ α ι ρ η ς οικονομικής αδυναμίας του, που όμως υπερβαίνει τα όρια αντοχής του, η κ α λ ό π ι σ τ η από την πλευρά της τ ρ ά π ε ζ α ς συμπεριφορά επιβάλλει σε αυτήν  την υποχρέωση ν α α ν ε χ θε ί μία ε ύ λ ο γ η κ α θ υ σ τ έ ρ η σ η στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη ιδίως, όταν η επιδίωξη της άμεσης εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του πρόκειται να οδηγήσει σε πλήρη οικονομική καταστροφή του χωρίς ουσιαστικό κέρδος για την πιστώτρια τράπεζα. Σε κάθε όμως περίπτωση, και ιδίως, όταν δεν υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι ο πιστούχος-οφειλέτης καταβάλλει προσπάθειες για την οικονομική ανόρθωση της επιχειρήσεώς του και την έστω σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου από τον συμβατικά προβλεπόμενο, εξόφληση των υποχρεώσεων του, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως καταχρηστική η εκ μέρους της τραπέζης επιδίωξη εισπράξεως της απαιτήσεώς της με κάθε νόμιμο τρόπο. Εναπόκειται δε, στην διακριτική ευχέρεια των αρμοδίων οργάνων της τραπέζης να κρίνουν, ποιος είναι ο πλέον πρόσφορος τρόπος για την επιδίωξη εισπράξεως της απαιτήσεώς της-και ιδίως εάν θα ασκηθεί αγωγή ή αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, καθ’ ότι η σχετική επιλογή είναι συνυφασμένη με την διαχείριση της περιουσίας της. Μόνον δε, το γεγονός, ότι η άσκηση του δικαιώματος στην συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις. Κατά την έννοια αυτή, η τ ρ ά π ε ζ α θα πρέπει, σε περίπτωση π ρ ό σ κ α ι ρ η ς οικονομικής α δ υ ν α μ ί α ς του πελάτη της, να αποφύγει την ε σ  π ε υ σ  μ έ ν η κα τα γ γ ε λ ί α της μεταξύ τους πιστωτικής-δανειακής συμβάσεως, προπάντων όταν οι α π α ι τ ή σ ε ι ς της είναι α σ φ α λ ι σ μ έ ν ε ς με εμπράγματες ή προσωπικές ασφάλειες, ο δε πελάτης της ευρίσκεται σε ά μ ε σ η ο ι κ ο ν ο μ ι κ ή ε ξ ά ρ τ η σ η από αυτήν και δεν οφείλει σε τρίτους, αφού τότε οι παραπάνω ενέργειες της προσλαμβάνουν καταχρηστικό χαρακτήρα (ΑΠ 1185/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1352/2011, ΕΕΜΠΔ 2012, σελ. 417 (και ΝΟΜΟΣ)-αμφότερες και στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου). Τοιαύτη είναι και η περίπτωση κατά την οποία η πιστοδότρια-δανείστρια τράπεζα κατά προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του εκ του νόμου δικαιώματος της να διαχειρίζεται την περιουσία της και να αποφασίζει την είσπραξη των απαιτήσεων της-ασκεί το συμβατικό δικαίωμά της να καταγγείλει αντίστοιχες συμβάσεις κατά την κρίση της και να προχωρεί στην συνέχεια σε δικαστικές ενέργειες (έκδοση διαταγής πληρωμής, αναγκαστική εκτέλεση), όταν χωρίς ίδιον αυτής συμφέρον επιχειρεί τούτο (Εφ. Αθ. (Μον.) 105/2019, ΝΟΜΟΣ, Εφ. Δυτ. Μακεδονίας 19/2020, ΝΟΜΟΣ).

Ο ως άνω λόγος της κρινομένης ανακοπής, καθ’ όσον είναι πλήρως ορισμένος, προτείνεται παραδεκτώς (άρθρα 106, 111, 117, 118, 216, 585 παρ. 1, 591 παρ. 1 εδ. α’, 614, 933, 934 παρ. 1 περ. α’ και 937 παρ. 3 ΚΠολΔ) και είναι νόμω βάσιμος-ερειδόμενος στις αναφερόμενες σκέψεις.

Από την εκτίμηση ελεύθερα όλων των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Από την επισκόπηση της σύμβασης τραπεζικού δανείου και από τις πρόσθετες πράξεις αυτής, κατ’ αντίστοιχη ερμηνεία των συμβατικών όρων κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, προκύπτει ότι προσκρούουν στην αρχή της διαφάνειας καθ’ όσον: Α) το ε π ι τ ό κ ι ο καθορίζεται ως κ υ μ α ι ν ό μ ε ν ο-μεταβαλλόμενο, κατά τα προαναφερόμενα, είτε: α’) κατά το σύστημα του νομίσματος του ε υ ρ ώ, βάσει του εκάστοτε ισχύοντος επιτοκίου πράξεων κυρίας αναχρηματοδοτήσεως της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπέζης (Ε.Κ. Τ.), είτε β’) κατά το σύστημα του επιτοκίου «LlBOR»-του νομίσματος του ελβετικού φ ρ ά γ κ ο υ (CHF)-της Ελβετικής Κεντρικής Τραπέζης, χωρίς όμως να προκύπτει με σαφήνεια τούτο σε πραγματικό χρόνο-ειδικά κατά τον χρόνο καταβολής εκάστης μηνιαίας τοκοχρεωλυτικής δόσεως, ενώ επί μονομερούς τροποποιήσεως των όρων της συμβάσεως-(οι οποίοι ορίζονται ως ο υ σ ι ώ δ ε ι ς) από την δανείστρια τράπεζα-κατόπιν έγγραφης ειδοποιήσεως του οφειλέτου (νυν αιτούντος και ανακόπτοντος), ο τελευταίος έχει μόνον την δυνατότητα αυτού να αποδεχθεί ή μη την τροποποίηση-και επί διαφωνίας του, να καταγγείλει την σύμβαση-και επί μη καταγγελίας, τότε τ ε κ μ α ί ρ ε τ α ι δ ε σ μ ε υ τ ι κ ά δι ‘ αυτόν (τον οφειλέτη-νυν αιτούντα και ανακόπτοντα) ότι αποδέχθηκε την μεταβολή αυτή. B) καθ’ ο μέρος, προβλέπεται ότι στο ποσόν των μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων-πλέον του ποσοστού του επιτοκίου, αθροίζεται και το ποσόν του φόρου, που προβλέπεται εκ της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 3 ν. 128/1975 και επιβαρύνει αποκλειστικά και μόνον τις τράπεζες και εν προκειμένω, την δανείστρια τράπεζα, εν τούτοις όμως, μετακυλίεται στον νυν αιτούντα και ανακόπτοντα οφειλέτη κρίνονται, εν συνόλω κατά τις διατάξεις των άρθρων 174, 179, 281 και 288 ΑΚ, ως καταχρηστικοί γενικοί συναλλακτικοί όροι (Γ.Ο.Σ.) και συνεπώς άκυροι, διότι: α) α φ ‘ ε ν ό ς μ ε ν, διά των ως άνω συμβατικών όρων-τόσον της αρχικής συμβάσεως δανείου, όσον και των έξι (ή) επ’ αυτής προσθέτων πράξεων, μετακυλίεται στον τελευταίο (οφειλέτη) παρά τον νόμο και δη, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 4, 2 παρ. 6, 7 ν. 2251/1994 «Περί προστασίας των καταναλωτών», 174 και 281 ΑΚ, το δημοσιονομικό βάρος και δη, ο φόρος, που προβλέπεται εκ της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 3 ν. 128/1975, με τον οποίον φόρο επιβαρύνονται αποκλειστικά οι τράπεζες έναντι των πιστώσεων και δανείων, που παρέχουν και από τις οποίες κερδοσκοπούν, κατ’ εξαίρεση δε και οι πιστολήπτες-οφειλέτες, σε περίπτωση λήψεως πιστώσεως-δανείου στην αλλοδαπή και τον οποίον φόρο καταβάλλουν στην Τράπεζα της Ελλάδος, σε πίστωση ειδικού λογαριασμού και στην συνέχεια, εισπράττεται από το Δημόσιο, αποτελώντας έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού, ειδικά στις τραπεζικές συμβάσεις και προς εξασφάλιση της πληρεστέρας προστασίας των καταναλωτών (πρωτοφειλετών και εγγυητών) η «εισφορά» αυτή του ν. 128 1975 αποτελεί δημοσιονομικό βάρος-που επιβαρύνει αποκλειστικά και μόνον τις τράπεζες, ως τμήμα του συνήθους (χρηματικού) κόστους της επιχειρηματικής δραστηριότητός τους και του εξ αυτής προκύπτοντος χρηματικού κέρδους τους. Τούτο δε-όπως αντιστοίχως ισχύει και για τους λοιπούς προαναφερομένους συμβατικούς όρους (Γ. Ο.Σ.) (κυρίους και παρεπομένους) της ως άνω τραπεζικής συμβάσεως-κρινομένους και ερμηνευομένους-με βάση τις διατάξεις των 173, 200, 281, 288ΑΚ και του ν. 2251/1994 «Περί προστασίας των καταναλωτών», δικαιολογείται από την ανάγκη εξισορροπήσεως της θέσεως και των συμφερόντων των οικονομικά και συμβατικά άνισων συμβαλλομένων μερών, ήτοι, της πιστώτριας (δανείστριας) τραπέζης-ως και του νυν αιτούντος-ανακόπτοντος οφειλέτου αυτής-ως αντισυμβαλλομένου της-καταναλωτού-λόγω της νομοθετικά ειδικώς ρυθμιζομένης-με βάση τις διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης τραπεζικής και νομισματικής νομοθεσίας-αποκλειστικά και παγίως υπερεχούσης (προνομιακής)-μονοπωλιακής θέσεως των τραπεζικών ανωνύμων εταιριών στην «αγορά χρήματος» (χρηματο-πιστωτική αγορά). Η ως άνω σύμβαση δανείου αναμφισβήτητα αποτελεί για τον νυν ανακόπτοντα-καταναλωτή τυπικά και ουσιαστικά σ ύ μ β α σ η π ρ ο σ χ ω  ρ ή σε ω ς-με π ρ ο δ ι α τ υ π ω μ έ v o υ ς συμβατικούς όρους (Γ.Ο.Σ.) (ν. 2251/1994), το περιεχόμενο των οποίων-οι αντισυμβαλλόμενοί τους καταναλωτές-(ειδικά δε, εν προκειμένω-ο νυν αιτών και ανακόπτων οφειλέτης), ως οικονομικά και συμβατικά ασθενέστεροι, όντες εξαρτημένοι για την πιστωτική χρηματοδότηση τους αποκλειστικά από τα προτεινόμενα τραπεζικά προϊόντα και τις αντίστοιχες υπηρεσίες-αδυνατούν να διαπραγματευτούν ουσιαστικά και να μεταβάλλουν-τούτο δε-κατά προφανή παρέκκλιση από την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και με αντίστοιχο-υπέρμετρο περιορισμό της συμβατικής ελευθερίας τους (άρθρο 361 ΑΚ). Αντιστοίχως δε, συμπληρωματικά προς τα προαναφερόμενα-η υποχρέωση των αρμοδίων οργάνων της δανείστριας τραπέζης να ενημερώνουν τον αντισυμβαλλόμενό της-οφειλέτη-καταναλωτή (νυν ανακόπτοντα) (άρθρο Β2 της υπ’ αριθμόν 2.501/2002 Πράξεως του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος) καθίσταται-για τον τελευταίο πρακτικά και κατά τις παραγόμενες έννομες συνέπειες-αλυσιτελής και εκ τούτου άνευ αντικειμένου, όταν η δυνατότητά του-ως καταναλωτού-δεσμεύεται και περιορίζεται και μάλιστα υπέρμετρα: l) είτε στην επιλογή να συμβληθεί αποδεχόμενος τους αντιστοίχους μονομερώς εξ αρχής καθορισμένους συμβατικούς όρους, ΙΙ) είτε στην επιλογή να μην καταρτίσει την δανειακή σύμβαση. -Ως εκ τούτου και στην περίπτωση του ο υ σ ι ώ δ ο υ ς συμβατικού όρου μετακυλίσεως στον νυν αιτούντα-ανακόπτοντα-καταναλωτή-αντισυμβαλλόμενο της δανείστριας τραπέζης-της ως άνω «εισφοράς»-(φόρου),  που βαρύνει αποκλειστικά την τελευταία-εφαρμόζονται οι προστατευτικές διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ, 1παρ. 4 και 2 παρ. 6-7 ν. 2251/1994 «Περί προστασίας των καταναλωτών». Επομένως, το βάρος τούτο, που επαυξάνει υπέρμετρα και αισχροκερδώς (κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 179 ΑΚ) το ποσοστό κέρδους της δανείστριας τραπέζης και παραλλήλως το κόστος της «αγοράς/δανεισμού χρήματος»-άρα και το εκάστοτε χρηματικό χρέος για τον αντισυμβαλλόμενο αυτής-καταναλωτή (οφειλέτη-νυν αιτούντα και ανακόπτοντα) ασφαλώς δεν είναι δυνατόν εν όλω ή εν μέρει να μετατεθεί (όπως αντιστοίχως και το κόστος εκ του επιχειρηματικού κινδύνου) τυπικά στον τελευταίο επειδή-πλέον των προαναφερομένων-μόνον με τυπικό νόμο και όχι με σύμβαση, είναι δυνατόν να επιβληθεί φόρος ή άλλο οικονομικό βάρος σε πολίτες (άρθρο 78 Συντ.) και ως εκ τούτου, η κατά κυριολεξία μετάθεση του φόρου, θα σήμαινε τουλάχιστον καταστρατήγηση του νόμου, που προέβλεψε για συγκεκριμένο λόγο τον ειδικό φόρο (την «εισφορά»). Β’) α φ ‘ ε τ έ ρ ο υ δε-και συμπληρωματικά προς τα προαναφερόμενα-σε κάθε περίπτωση-η χωριστή επιβάρυνση του οφειλέτου, με επιτόκιο και εισφορά, δημιουργώντας σ ‘ αυτόν την πεπλανημένη αντίληψη περί των βαρών του, καθιστά καταχρηστικούς (άκυρους) τους αντίστοιχους ως άνω συμβατικούς όρους, επειδή πλήττεται η οφειλομένη διαφάνεια στην συμβατική σχέση, μη προσδιορίζοντας με τρόπο ορισμένο και σαφή την παροχή του τελευταίου και ιδίως, την αιτία της. Επιπροσθέτως δε, όταν το συμφωνημένο ε π ι τ ό κ ι ο-ευρίσκεται στο ανώτατο επιτρεπόμενο διοικητικά καθορισμένο ή άλλως πως προκύπτον-όριο, η π ρ ο σ θ ή κ η σ’ αυτό και της «εισφοράς», λογιζομένη-ως τ ό κ ο ς, κατά την διάταξη του άρθρου 293 ΑΚ-συνιστώντας υπέρβαση του θεμιτού ορίου αυτού, επιφέρει την ακυρότητα της υπερβάσεως (άρθρα 179 και 294 ΑΚ) και συνιστά τοκογλυφία. Το καθοριζόμενο δε, στην διάταξη του άρθρου 193 ν. 128/1975 μοναδικό σαφές υποκείμενο καταβολής του ειδικού φόρου (της «εισφοράς») είναι τα πιστωτικά ιδρύματα-εδώ, η δανείστρια τράπεζα και μόνον κατ’ εξαίρεση, ο πιστολήπτης, σε περίπτωση λήψεως πιστώσεως στην αλλοδαπή-στοιχείο όμως το οποίο δεν υφίσταται στην επίδικη έννομη σχέση. Ούτως, ουδεμία «εισφορά»-φόρος είναι δυνατόν να επιβάλλεται ή να μετακυλίεται στον οφειλέτη ως πρόσθετη διακεκριμένη επιβάρυνση. Εν προκειμένω, ο οφειλέτης-νυν ανακόπτων είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει, μόνον, τους συμφωνημένους τόκους, με βάση συγκεκριμένο επιτόκιο, χωρίς τον συνυπολογισμό σ’ αυτό και της «εισφοράς» του ν. 128/1975. Αντιστοίχως δε, ο νυν αιτών (ανακόπτων) οφειλέτης επιβαρύνεται υπέρμετρα και με βάση την αντίστοιχη επαναλαμβανόμενη συμβατική ρήτρα, διά της οποίας, προβλέπεται η δυνατότητα της δανείστριας τραπέζης να καθορίζει μονομερώς τόσον το συμβατικό επιτόκιο και το περιθώριο κέρδους, όσον και το επιτόκιο υπερημερίας, χωρίς όμως, να καθορίζονται εκ των προτέρων κριτήρια ειδικά και εύλογα για τον οφειλέτη λαμβανομένου υπ’ όψιν και του υπολογισμού με βάση την εκάστοτε εξαιρετικά ευμετάβλητη και ασταθή διατραπεζική/χρηματιστηριακή αξία της ισοτιμίας αμφοτέρων των νομισμάτων και δη, του ευρώ και του ελβετικού φράγκου (CHF). Ούτως, ουδείς φόρος ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση, είναι δυνατόν να επιβληθεί εις βάρος τούτου (οφειλέτου), ως πρόσθετη διακεκριμένη επιβάρυνση, o οποίος ούτως είναι υποχρεωμένος να καταβάλει μόνον το κεφάλαιο και τους κριθέντες νομίμους τόκους, με βάση συγκεκριμένο επιτόκιο, συμβατικό και υπερημερίας και σε κάθε περίπτωση-τόσον επί υπερημερίας του, όσον και επί πρόωρης καταβολής του ποσού του δανείου-με βάση την υπολογιστική τεχνική, που περιέχεται στο παράρτημα της Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως (K.Υ.Α.) Υπουργών Δικαιοσύνης-Εμπορίου-Οικονομίας Φ1-983/7/21ης Μαρτίου 1991 (όπως η ως άνω K.Υ.Α. συμπληρώθηκε από τις Υπουργικές Αποφάσεις Φ1-5353/14ης Δεκεμβρίου 1994 και Z1-178/13ης Φεβρουαρίου 2001), κατά την οποία: Α) έκαστον έτος, διαρκεί τριακόσιες εξήκοντα πέντε (365) ημέρες, διαιρούμενο (το έτος): α’) σε δώδεκα (12) ίσους μήνες και β’) σε πεντήκοντα δύο (52) εβδομάδες και B) έκαστος μήνας, διαρκεί 30,41666 ημέρες (365/12), χωρίς να λαμβάνονται υπ ‘ όψιν και κατά τούτο χωρίς να υπολογίζονται κατά τα αντίστοιχα αριθμητικά-λογιστικά στοιχεία τους, οι προαναφερόμενοι κριθέντες άκυροι Γ.Ο.Σ.. Συνεπώς, λαμβανομένου υπ’ όψιν του συμφέροντος του νυν αιτούντος-ανακόπτοντος, αλλά και με συνεκτίμηση του περιεχομένου και του σκοπού, τόσον της ως άνω συμβάσεως δανείου και των επ’ αυτής έξι (ή) προσθέτων πράξεων και πάντοτε στα πλαίσια επιτεύξεως σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών, κρίνεται ότι διά των ως άνω άκυρων, ως καταχρηστικών γενικών όρων των συναλλαγών επιβάλλεται στον νυν αιτούντα και ανακόπτοντα σε περίπτωση κυρίως της μη εκπληρώσεως της παροχής, αλλά εισέτι-και επί πρόωρης καταβολής του χρέους, υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνσή του. Μάλιστα δε, κατόπιν και του αναγκαίου διορθωτικού λογιστικού υπολογισμού, στον οποίο έπρεπε υποχρεωτικά να προβούν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της δανείστριας τραπέζης άμεσης δικαιοπαρόχου της νυν καθ’ ης η αίτηση, χωρίς την καθ’ οιονδήποτε τρόπο οικονομική επιβάρυνση του νυν αιτούντος-ανακόπτοντος και της αντίστοιχης απαλείψεως των ως άνω καταχρηστικών (άκυρων) όρων-με αντίστοιχη μείωση των κονδυλίων των χρεώσεων, για τον υπολογισμό του πράγματι οφειλομένου χρηματικού ποσού. Προς τούτο απαιτείται και ο αντίστοιχος ενδελεχής και αναλυτικός εξ αρχής λογιστικός υπολογισμός όλων των επί μέρους κονδυλίων, με βάση: α΄) το νόμισμα του ευρώ και β’) το νόμισμα του ελβετικού φράγκου, τούτο δε, έως τον χρόνο καταγγελίας από την δανείστρια της συμβάσεως δανείου και των πρόσθετων πράξεων αυτής, ταύτα δε, ομόχρονα προς τις καταβολές των δόσεων και τις αντίστοιχες χρεώσεις, ώστε να επέλθει κατ΄ αποτέλεσμα και η κατά ποσόν μείωση και του τυχόν χρεωστικού υπολοίπου εκ της προαναφερομένης συμβάσεως. Επί πλέον δε, λόγω και της συνακόλουθης α ο ρ ι σ τ ί α ς της α π α ι τ ή σ ε ω ς-αρχικά της δανείστριας τραπέζης και κατόπιν της ειδικής διαδοχής, την καθ’ ης, η οποία (απαίτηση) ούτως, δ ε ν είναι ε κ κ α θ α ρ ι σ μ έ ν η και δεν αποδεικνύεται ως ουσία βάσιμη, αλλά και της αντίστοιχης χρηματικής οφειλής του ανακόπτοντος (ήδη νυν αιτούντος), ο τελευταίος είναι προφανές ότι  αδυνατεί εκ τούτου να ελέγξει το ακριβές ύψος των κονδυλίων των χρεώσεων-εν σχέσει προς τα επί μέρους ποσά των καταβολών του και να αντιτάξει την άμυνά του. Εν όψει των ανωτέρω, κρίνεται ότι υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου της εκδόσεως, εις βάρος του οφειλέτου-νυν ανακόπτοντος τόσον της υπ’ αριθμόν διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όσον και της από 21ης Ιουνίου 2022 επιταγής προς πληρωμή, και του επιδιωκομένου σκοπού, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη, καθ’ όσον, αφ’ ενός μεν υπερβαίνει τα όρια της θυσίας του νυν αιτούντος και ανακόπτοντος, αφ’ ετέρου δε, προκαλεί ανεπανόρθωτη βλάβη σ’  αυτόν. Συνεπώς, με βάση τα προαναφερόμενα-γενομένου δεκτού και ως ουσία βάσιμου του ως άνω ενιαίου λόγου της ανακοπής, πρέπει η τελευταία να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη και να κηρυχθεί εν όλω άκυρη-η προσβαλλόμενη-δι’ αυτής-από 21 Ιουνίου 2022 επιταγή προς πληρωμή.

Εκ των ανωτέρω διατάχθηκε διαταχθεί η αναστολή και απαγορεύθηκε κάθε πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, που επισπεύδει η καθ’ ης η αίτηση δυνάμει και εις εκτέλεση της από 21ης Ιουνίου 2022 επιταγής προς πληρωμή, έως την έκδοση της οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Ειδική διαδικασία Περιουσιακών διαφορών)-επί της εισέτι εκκρεμούς ως άνω ανακοπής του νυν αιτούντος.