ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΕΦΕΣΗΣ ΝΟΜΟΥ ΚΑΤΣΕΛΗ ΠΟΥ ΑΣΚΗΣΕ ΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗΣ ΔΑΝΕΙΩΝ
Νομική Προστασία κατά τραπεζών

ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΕΦΕΣΗΣ ΝΟΜΟΥ ΚΑΤΣΕΛΗ ΠΟΥ ΑΣΚΗΣΕ ΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗΣ ΔΑΝΕΙΩΝ

Απόρριψη λόγου έφεσης για δολιότητα αιτούσας – Επικύρωση απόφασης Ειρηνοδικείο Ιλίου

 

Αριθμός απόφασης

6958/2023

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Με την αίτηση με αριθμ. καταθ. …/23.08.2017 που άσκησε η αιτούσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιλίου, αυτή, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των αναφερόμενων οφειλών της έναντι του ήδη εκκαλούντος, ζήτησε να επικυρωθεί το προτεινόμενο σχέδιο διευθέτησης των χρεών της, άλλως ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση αυτών κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης, καθώς και την εξαίρεση από την εκποίηση της περιγραφόμενης κύριας κατοικίας της και του οχήματός της. Το Ειρηνοδικείο Ιλίου με την εκκαλουμένη απόφασή του, α) ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας κατά τρόπο οριστικό και δη με μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές της επί τρία έτη, εκάστης μηνιαίας καταβολής ύψους 267 ευρώ και β) εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία και υποχρέωσε αυτή να καταβάλει στους πιστωτές τηw για την διάσωση της εν λόγω κύριας κατοικίας το ποσό των 44.000 ευρώ, με διανεμόμενες κατ’ άρθρ. 947 επ. ΚΠολΔ 165 μηνιαίες καταβολές, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται το μετέχον, ως πιστωτής, στην πρωτοβάθμια δίκη, ήδη εκκαλούν, για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί κατά παραδοχή της έφεσής του, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, προκειμένου να απορριφθεί η αίτηση.

 

Μεταξύ των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 3869/2010, ώστε ένα φυσικό πρόσωπο να μπορεί να υπαχθεί στη ρύθμιση του παραπάνω νόμου, είναι και η μόνιμη αδυναμία πληρωμών. Η προϋπόθεση αυτή αποτελείται από δύο στοιχεία, την αδυναμία πληρωμών και την μονιμότητα αυτής. Η αδυναμία πληρωμών σημαίνει, ότι εξωτερικεύεται η ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του. Πρόκειται δηλαδή για έλλειψη ρευστότητας ή ανεπάρκεια αυτής, τόσο από τα ίδια μέσα του οφειλέτη, όσο και από τα μέσα ρευστότητας τρίτων (χρηματοδοτών). Η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων, ρευστοποιήσιμων ικανών ακόμα και να οδηγήσουν σε πλήρη ικανοποίηση των πιστωτών, δεν είναι σε θέση να ανατρέψει τον χαρακτηρισμό της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Σημασία έχει μόνο η ρευστότητα προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών. Το δεύτερο στοιχείο της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη αφορά στη μονιμότητα της αδυναμίας πληρωμών. Η πρόσκαιρη οικονομική στενότητα, η παροδική-περιοδική αδυναμία πληρωμών, κάποιες μεταβατικές καταστάσεις, ακόμα και η απλή δυστροπία, δεν οδηγούν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών. Για αυτό και δεν αρκεί η επαπειλούμενη αδυναμία πληρωμών, προκειμένου να ενταχθεί ο οφειλέτης στη διαδικασία του Ν. 3869/2010. Δεν υπάρχει χρονικό όριο για τη μονιμότητα αλλά κατά την κρίση του δικαστή και τα δικαστικά τεκμήρια, μπορεί να γίνει αντιληπτό πότε η αδυναμία αυτή είναι μόνιμη. Τέτοια μονιμότητα προκύπτει πάντως στην περίπτωση κατά την οποία ο οφειλέτης δεν δύναται να παρακολουθήσει το ληξιπρόθεσμο των χρεών του και να προβεί στη σχετικώς άμεση ικανοποίησή τους. Κατ’ ουσίαν, η ανεργία του οφειλέτη ή η μείωση των εισοδημάτων κατά τρόπο που δεν διαφαίνεται να αναστρέφεται σύντομα, αποτελούν στοιχείο μονιμότητας. Εν γένει, είναι μόνιμη η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, αν είναι στάσιμη και δεν βελτιώνεται ή δεν αναμένεται να βελτιωθεί κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, προς διευκόλυνση της ροής χρημάτων και προς ικανοποίηση των πιστωτών και προς κάλυψη των βιοτικών αναγκών. Είναι ένδειξη μονιμότητας αδυναμίας πληρωμών η στασιμότητα των εισοδημάτων του οφειλέτη και η απουσία προσδοκίας αύξησης των εισοδημάτων του στο μέλλον. Σημειώνεται, ότι η υπερχρέωση δεν ταυτίζεται με την έννοια της αδυναμίας πληρωμών, με αποτέλεσμα όποιος είναι υπερχρεωμένος να μην αντιμετωπίζεται αυτοδίκαια και ως πρόσωπο σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Σημασία έχει η αδυναμία του προσώπου να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των δανειστών του και όχι η υπερχρέωσή του. Αυτό οφείλεται άλλωστε και στο γεγονός ότι το υπερχρεωμένο φυσικό πρόσωπο μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να δύναται να ικανοποιεί τις υποχρεώσεις του προς τρίτους και έτσι να αποκλείεται η αδυναμία πληρωμών. Και αντίστροφα, κάποιο πρόσωπο βρίσκεται σε αδυναμία πληρωμών και δικαιούται να υπαχθεί στον νόμο, καθώς δεν δύναται να ικανοποιήσει τους δανειστές του, ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία δεν είναι υπερχρεωμένος. Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι ότι ο οφειλέτης μπορεί να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών ακόμα και αν οφείλει συνολικά μικρά ποσά ή οφείλει μόνο μία απαίτηση. Βασική επομένως προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/ 2015, ΑΠ 1226/2014 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΗρακλ. 118/2019 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όμως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λ.π.. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 951/2015 ΝΟΜΟΣ).

 

Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ανωτέρω νόμος θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι: «o οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές». Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, τον δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ που ορίζει ότι: «με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά τον νόμο απαρτίζουν την έννοια και ποιας αξιόποινης πράξης, καθώς και οποίος γνωρίζει ότι την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται». Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι, με άμεσο δόλο πράττει αυτός που «θέλει» την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το «αποδέχεται». O δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπώνεται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν o οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι, ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταιι0κρίνεται στο πνεύμα του νόμου. O δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων. Τέλος, όμως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και για αυτό παραλείφθηκε στον νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 156/2020, ΑΠ 208/20201 ΑΠ 400/2020, ΑΠ 53/2020, ΑΓΙ 426/2019 όλες ΤΝΓΙ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη και επομένως παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ, η ένσταση του δανειστή ότι, ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι, συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει: α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) τον χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά τον χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

 

Εν προκειμένω, η αιτούσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη, γεννηθείσα την 17.02.1978, είναι έγγαμη και έχει τρία τέκνα, γεννηθέντα τα έτη 2013, 2014 και 2016 αντιστοίχως. Η πρώτη εφεσίβλητη εργάζεται ως νοσηλεύτρια στο νοσοκομείο «Π.Γ.Ν. ΑΓΓΙΚΟΝ» με μηνιαίες αποδοχές, ύψους 1.051,62 ευρώ, σύμφωνα με το μηνιαίο εκκαθαριστικό σημείωμα του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2019, πλην όμως λαμβάνει μηνιαίως μόνο το ποσό των 555,19 ευρώ, αφού τμήμα του μισθού της, ύψους 496,93 ευρώ έχει εκχωρηθεί στο εκκαλούν προς εξόφληση δανείου, που το τελευταίο είχε χορηγήσει σε αυτήν, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα. Ο σύζυγος της πρώτη εφεσίβλητης είναι υπάλληλος της «ΔΕΔΔΗΕ» με μηνιαίες αποδοχές, κατά μέσο όρο, ύψους 1.050 ευρώ, σύμφωνα με την εκκαθάριση μισθοδοσίας των μηνών Ιούνιου 2018 έως και Οκτωβρίου 2018. Στην πρώτη εφεσίβλητη ανήκει κατά πλήρη κυριότητα το με στοιχεία B-1 διαμέρισμα του Β1 ορόφου (οριζόντια ιδιοκτησία), επιφάνειας 67 τ.μ. μετά της με στοιχεία Y-2 αποθήκης του υπογείου, επιφάνειας 6,00 τ.μ., που αποτελεί αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία, μιας οικοδομής κτισμένης επί οικοπέδου, που βρίσκεται στον Δήμο Πετρούπολης Αττικής. Το εν λόγω δε διαμέρισμα αποτελεί την κύρια κατοικία της ιδίας και της οικογένειάς της. Το τίμημα για την αγορά του παραπάνω ακινήτου, ύψους 122.733 ευρώ, καταβλήθηκε εκ προϊόντος ισόποσου δανείου, που έλαβε η πρώτη εφεσίβλητη από το εκκαλούν δυνάμει της από 03.04.2007 σύμβασης χορήγησης τοκοχρεωλυτικού δανείου. Το εν λόγω δάνειο συμφωνήθηκε έντοκο, εξοφλητέο σε 60 εξαμηνιαίες δόσεις, σε μηνιαία βάση εκάστη δόση ανερχόταν στο ποσό 660,38 ευρώ, προς εξασφάλιση δε της απαίτησης του εκκαλούντος ενεγράφη στις παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες υποθήκη μέχρι του ποσού των 122.733 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης (2017) το οικογενειακό εισόδημα της πρώτης εφεσίβλητης και του συζύγου της ανερχόταν στο ποσό των 25.651,03 ευρώ, ήτοι μηνιαίως στο ποσό των 2.137,58 ευρώ. Ειδικότερα, με δεδομένο ότι το δηλωθέν εισόδημα της πρώτης εφεσίβλητης κατά το παραπάνω φορολογικό έτος ανερχόταν στο ποσό των 12.884,52 ευρώ, ο μηνιαίος μισθός της ανερχόταν, κατά μέσο όρο, στο ποσό των 1.073,71 ευρώ, ευρώ, πλην, όμως, λάμβανε καθαρά κατά μέσο όρο μόνο το ποσό των 413,33 ευρώ, αφού τμήμα του μισθού της, ύψους 660,38 ευρώ είχε εκχωρηθεί στο εκκαλούν προς εξόφληση δανείου που το τελευταίο είχε χορηγήσει σε αυτήν, κατά τα προαναφερόμενα. Κατά το ίδιο φορολογικό έτος και με δεδομένο ότι το δηλωθέν εισόδημα του συζύγου της ανερχόταν στο ποσό των 10.840,51 ευρώ, επιπλέον ποσού 1.926 ευρώ ως αυτοτελώς φορολογούμενο εισόδημα, ήτοι στο συνολικό ποσό 12.766,51 ευρώ, ο μηνιαίος μισθός αυτού ανερχόταν, κατά μέσο όρο, στο ποσό των 1.063,87 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης η πρώτη εφεσίβλητη είχε δημιουργήσει οφειλές προς το εκκαλούν και την «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ», ήδη δεύτερη εφεσίβλητη. Ακολούθως, στο πλαίσιο άσκησης της ένδικης αίτησης εκ μέρους της πρώτης εφεσίβλητης χορηγήθηκε η από 17.10.2017 προσωρινή διαταγή, με την οποία διατάχθηκε προσωρινά, μέχρι τη συζήτηση της αίτησης, η αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων κατά αυτής (εφεσίβλητης), καθώς και η διατήρηση της νομικής και πραγματικής κατάστασης κινητής και ακίνητης περιουσίας της, υπό τον όρο καταβολής προς τους πιστωτές της, ήτοι προς το ήδη εκκαλούν και την δεύτερη εφεσίβλητη τράπεζα, μηνιαίων καταβολών, συμμέτρως διανεμόμενων, εκάστης καταβολής ύψους 500 ευρώ, επιπλέον δε απαγορεύθηκε στο εκκαλούν να παρακρατά κάθε ποσό από τη μισθοδοσία της πρώτης εφεσίβλητης, πλην του ποσού που του αναλογεί δυνάμει των προαναφερόμενων συμμέτρως διανεμόμενων καταβολών. Ενόψει της παραπάνω προσωρινής διαταγής, η παρακράτηση του μισθού της πρώτης εφεσίβλητης προς εξόφληση του χορηγηθέντος από το εκκαλούν δάνειο, διαμορφώθηκε στο ποσό των 496,43 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης (2018) ο καθαρός μηνιαίος μισθός, που λάμβανε η πρώτη εφεσίβλητη, είχε ανέλθει στο ποσό των 513,69 ευρώ δοθέντος ότι εκ του μεικτού μισθού της, ύψους 1.421 ευρώ παρακρατείτο, πέραν των λοιπών κρατήσεων και φόρου, συνολικού ποσού 410,88 ευρώ, το ποσό των 496,43 ευρώ προς εξόφληση του χορηγηθέντος το εκκαλούν δανείου, όπως προεκτέθηκε, Το ίδιο έτος (2018) ο σύζυγός της λάμβανε μηνιαίως το ποσό των 1.155 ευρώ. Συνεπώς, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης το οικογενειακό εισόδημα της πρώτης εφεσίβλητης και του συζύγου της ανερχόταν στο ποσό των 513,69+1.155= 1.668,69 ευρώ, ενώ εάν δεν είχε χωρήσει η μείωση της παρακράτησης του μισθού της πρώτης εφεσίβλητης λόγω της προαναφερόμενης χορηγηθείσας προσωρινής διαταγής, το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα θα μειωνόταν περαιτέρω, ανερχόμενο τούτο στο ποσό των 1.504,74 ευρώ. Υπό τις προπεριγραφόμενες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες διαβίωσης της πρώτης εφεσίβλητης, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δαπάνες, που απαιτούνται για την ικανοποίηση των ανωτέρω βιοτικών αναγκών της ιδίας και της οικογένειάς της ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 1.550 ευρώ. Κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης η αναλογία των δυνάμεων της πρώτης εφεσίβλητης και του συζύγου της ήταν 1 προς 1 περίπου και, επομένως, κατά το χρόνο εκείνο αυτή υποχρεούτο να συνεισφέρει στις ανάγκες του κοινού οίκου το ποσόν των 775 ευρώ, καθώς το υπόλοιπο ποσό, ύψους 775 ευρώ, υποχρεούτο να συνεισφέρει ο σύζυγός της. Σύμφωνα, με τα προεκτιθέμενα οικονομικά δεδομένα κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης το ατομικό εισόδημα της πρώτης εφεσίβλητης, που ανερχόταν, χωρίς να συνυπολογίζεται η παρακράτηση τμήματος του μισθού της προς εξόφληση του επίμαχου δανείου, στο ποσό των 1.073,71 ευρώ, δεν επαρκούσε για την κάλυψη τόσο της δανειακής της υποχρέωσης έναντι του εκκαλούντος, που αποτελεί την κύρια οφειλή της, ύψους 660,38 ευρώ, όσο και της συνεισφοράς της στις βιοτικές ανάγκες της οικογενείας της, ύψους 775 ευρώ και ως εκ τούτου κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο συνέτρεχε στο πρόσωπό της η απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής. Εξάλλου, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής της πρώτης εφεσίβλητης διατηρήθηκε και μέχρι το έτος 2018, οπότε και συζητήθηκε η αίτηση. Ειδικότερα, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης και με δεδομένο ότι το μεν ατομικό εισόδημα της πρώτης εφεσίβλητης, ανερχόταν, χωρίς να συνυπολογίζεται η παρακράτηση τμήματος του μισθού της, ύψους 660,38 ευρώ, προς εξόφληση του επίμαχου δανείου, στο ποσό των 1.010,12 ευρώ, το δε ατομικό εισόδημα του συζύγου της ανερχόταν στο ποσό των 1.050 ευρώ, η αναλογία των δυνάμεων εξακολουθούσε να είναι 1 προς 1 περίπου, με αποτέλεσμα να υποχρεούται η πρώτη εφεσίβλητη να συνεισφέρει για την κάλυψη των οικογενειακών δαπανών το ποσό των 775 ευρώ. Επομένως και κατά το χρόνο συζήτησης της αίτηση, η πρώτη εφεσίβλητη βρισκόταν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του χρέους της προς το εκκαλούν, που αποτελεί την κύρια και μεγαλύτερη οφειλή της, καθώς το ατομικό της εισόδημα δεν επαρκούσε για την κάλυψη τόσο της δανειακής της υποχρέωσης έναντι του εκκαλούντος, όσο και της συνεισφοράς της στις βιοτικές ανάγκες της οικογενείας της. Η παραπάνω εκ μέρους της πρώτης εφεσίβλητης αδυναμία πληρωμής των χρεών της χαρακτηρίζεται από μονιμότητα, εφόσον δεν αναμένεται αύξηση των εισοδημάτων της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας ότι ήδη η πρώτη εφεσίβλητη έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών της, κατά τη διαλαμβανόμενη στην υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη έννοια, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου μετά ταύτα του πρώτου λόγου της έφεσης ως ουσία αβάσιμου. Περαιτέρω, το εκκαλούν επαναφέρει με λόγο έφεσης την προβληθείσα εκ μέρους του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας και ήδη πρώτης εφεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμών. Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, καθόσον δεν προτείνονται με σαφήνεια και πληρότητα τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη προηγηθείσα υπό στοιχ. ΙΙ νομική σκέψη. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται πότε η αιτούσα ανέλαβε κάθε δανειακή της υποχρέωση και ποιο το ύψος εκάστης εξ αυτών, ούτε τα εισοδήματά της κατά τον συγκεκριμένο χρόνο, ώστε συγκρινόμενα να θεμελιώνεται αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων με βάση τις υφιστάμενες τότε αλλά και δυνάμενες να προβλεφθούν μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση, με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ, αφού η αντικατάσταση της ανωτέρω αιτιολογίας δεν άγει σε διαφορετικό κατ’ αποτέλεσμα διατακτικό (Βλ. Σ. Σαμουήλ, Η έφεση , εκδ. 2ΟΟ3, σελ.427., σημ.1136.), απέρριψε την ως άνω ένσταση ως ουσία αβάσιμη, ορθώς κατέληξε κατ’ αποτέλεσμα, απορριπτομένου, μετά ταύτα, του δευτέρου λόγου της έφεσης, με τον οποίο πλήττεται η κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου σε σχέση με την ανωτέρω ένσταση, ως αβάσιμου στην ουσία του. Περαιτέρω, το εκκαλούν επαναφέρει με λόγο έφεσης την προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένσταση περί καταχρηστικής άσκηση δικαιώματος της ήδη πρώτης εφεσίβλητης. H παραπάνω ένσταση τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος δε νοείται επί αμιγώς διαδικαστικών πράξεων, όπως η άσκηση της ένδικης αίτησης, ενώ, αν θεωρηθεί ότι η εν λόγω ένσταση αναφέρεται στο δικαίωμα της αιτούσας να υπαχθεί στο Ν. 3869/2010, κρίνεται ομοίως απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθώς και αληθείς υποτιθέμενοι οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος, δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος η υποβολή αιτήματος του οφειλέτη, στο πλαίσιο του Ν. 3869/2010, για δικαστική ρύθμιση των χρεών του, βάσει των πραγματικών δυνατοτήτων του, καθώς η λογική του νόμου αυτού είναι να μπορέσουν τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα να ρυθμίσουν τις οφειλές τους, έστω και αν αυτό οδηγεί ακόμη και στην απαλλαγή τους από μέρος (ή ακόμη, σε ορισμένες και του συνόλου) των οφειλών τους. Συνεπώς, ο ίδιος ο νόμος δίδει αυτή τη δυνατότητα ώστε δεν μπορεί εκ του λόγου αυτού και μόνο να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της αιτούσας. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την εν λόγω ένσταση ως μη νόμιμη, ορθώς εφάρμοσε το νόμο, απορριπτομένου, μετά ταύτα, του τρίτου λόγου έφεσης ως ουσία αβάσιμου.

 

Ακολούθως, με τον τέταρτο λόγο της έφεσης το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις, ορίζοντας ως μηνιαία δόση προς ρύθμιση των χρεών της πρώτης εφεσίβλητης το ποσό των 267 ευρώ, ενώ ως μηνιαία δόση έπρεπε να ορισθεί τουλάχιστον το ποσό των 500 ευρώ, που αυτή είναι σε θέση να καταβάλει. Ωστόσο, με βάση τα προαναφερόμενα οικονομικά δεδομένα, το ποσό των 500 ευρώ υπερβαίνει τις οικονομικές δυνατότητες της πρώτης εφεσίβλητης, αντίθετα δε το οριζόμενο με την εκκαλουμένη απόφαση ποσό των 267 ευρώ θα εξασφαλίσει σ’ αυτήν εισόδημα για αξιοπρεπή διαβίωση, λαμβανομένου επιπλέον υπόψιν ότι η ίδια ήδη από το τέλος του έτους 2019 αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, καθώς εμφάνισε αδενοκαρκίνωμα μαστού, γεγονός που σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας επιβαρύνει έτι περαιτέρω τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του όρισε, σε σχέση με τη ρύθμιση των οφειλών της πρώτης εφεσίβλητης, το ποσό των 267 μηνιαίως, συμμέτρως διανεμόμενο μεταξύ των πιστωτών της, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου μετά ταύτα του πέμπτου λόγου έφεσης ως ουσία αβάσιμου. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης, πρέπει η υπό κρίση έφεση  να απορριφθεί στην ουσία της.