ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕΛΟΥΣ ΟΕ-ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΧΡΕΩΝ ΥΨΟΥΣ 190.000 ΕΥΡΏ-ΔΙΑΣΩΣΗ Α’ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ
373/2022 ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Από όλα εν γένει τα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα ηλικίας κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης 46 ετών είχε τελέσει νόμιμο γάμο την 01-11-2007 ο οποίος όμως λύθηκε αμετάκλητα, ενώ δεν έχουν αποκτήσει κανένα τέκνο. Στις 03-07-2009 η αιτούσα συμμετείχε σε ομόρρυθμη εταιρεία με αντικείμενο την παροχή γευμάτων ταχυφαγείου. Η αιτούσα συμμετείχε στην ως άνω εταιρεία με ποσοστό 5%. Όπως προκύπτει από το από 22-02-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό η ως άνω εταιρεία διαλύθηκε κατά την χρονική εκείνη περίοδο. Δεν προέκυψε ότι η αιτούσα κατά το χρονικό διάστημα που συμμετείχε στην ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία είχε προβεί σε γενική και μόνιμη παύση πληρωμών. Εξ αυτού του λόγου η ένσταση περί εμπορικής ιδιότητας της αιτούσας θα απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Περαιτέρω η αιτούσα κατά τον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αίτησης είναι άνεργη λαμβάνοντας κοινωνικό επίδομα ποσού 200,00 ευρώ ενώ για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που χρειάζεται λόγω διαφόρων προβλημάτων υγείας την ενισχύουν οικονομικά και οι γονείς της.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης η αιτούσα είχε αναλάβει χρέη, το συνολικό ύψος των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 236.467,25 ευρώ.
Το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο το οποίο διαθέτει η αιτούσα είναι το υπό στοιχεία Γ-1 διαμέρισμα του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου επιφάνειας 86,14 τ.μ. στο οποίο ανήκει και η υπό στοιχεία P-3 ανοικτή θέση στάθμευσης αυτοκίνητου επιφάνειας 10,13 τ.μ. στα οποία η αιτούσα διαθέτει την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή σε ποσοστό 50% ενώ το υπόλοιπο 50% ανήκει στον πρώην σύζυγό της.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό που προέβαλλε η πιστώτρια ότι δηλαδή η αιτούσα δολίως περιήλθε σε αδυναμία πληρωμών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του, αφού, από το αποδεικτικό υλικό προκύπτουν ευθύνες των υπαλλήλων των πιστωτριών τραπεζών, οι οποίοι με αποδεδειγμένη παράλειψή τους δεν προέβησαν σε επισταμένη έρευνα, πριν οι τράπεζες χορηγήσουν τις συγκεκριμένες πιστώσεις, της πιστοληπτικής ικανότητας της αιτούσας. Ως εκ τούτου, οι τράπεζες είναι αυτές οι οποίες θα πρέπει να επωμιστούν τον κίνδυνο της ματαιώσεως της ικανοποιήσεως των απαιτήσεών τους από την επελθούσα αδυναμία πληρωμών της αιτούσας, καθόσον τα επίδικα δάνεια χορηγήθηκαν από αυτές στην αιτούσα ως πρωτοφειλέτη χωρίς αυτές να προνοήσουν με την επισταμένη έρευνα της πιστοληπτικής ικανότητάς της να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο μη ικανοποιήσεως των αξιώσεών τους, οι δε υπάλληλοι της τράπεζας από βαρύτατη αμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν εξασφάλισαν την περιουσία της τραπέζης με αξιόχρεες εγγυήσεις, διαπράττοντας το αδίκημα της απιστίας του άρθρου 390 ΠΚ. Η συνυπαιτιότητα των πιστωτριών τραπεζών αίρει τις συνέπειες της δολίας και καταχρηστικής συμπεριφοράς του υπερχρεωμένου, καθόσον η συμπεριφορά των πιστωτριών τραπεζών να μην ελέγξει την οικονομική δυνατότητα της αιτούσας, τις τυχόν λοιπές δανειακές υποχρεώσεις της και την εν γένει οικονομική συμπεριφορά της, συντελεί στην αποκλειστική ευθύνη της για την επισφάλειά της κατά παράβαση της υποχρεώσεώς της να προβεί στον λεγόμενο «υπεύθυνο δανεισμό..» ο οποίος έχει πλέον θεσμοθετηθεί και νομοθετικά με το άρθρο 8 της ΚΥΛ Ζ1-699/ΦΕΚ ΕΓ 917/2010
. Περαιτέρω στην πράξη δεν αποκλείεται η εμφάνιση ακραίων ή εξαιρετικών περιπτώσεων οφειλετών, οι οποίοι έχουν πραγματική αδυναμία καταβολών και ελάχιστου ακόμη ποσού. Τούτο ενδεικτικά μπορεί να συμβεί σε περίπτωση χρόνιας χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη ανεργίας, σοβαρών προβλημάτων υγείας του ή άλλου μέλους της οικογένειας του, ανεπαρκούς εισοδήματος για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών ή άλλων λόγων ισοδύναμης βαρύτητας. Τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη ο νομοθέτης και επιχειρεί ειδική ρύθμιση στην παρ. 5 του άρθρ.8 του Ν. 3869/2Ο1Ο.
Στην προκειμένη περίπτωση η παρούσα δυσμενής οικονομική κατάσταση της αιτούσας οφείλεται κατά κύριο λόγο στη χρόνια ανεργία της αλλά και στα διάφορα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. Με βάση τα ανωτέρω το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι δεν αναμένεται στο άμεσο μέλλον βελτίωση της οικονομικής κατάστασής της συνεπώς με την παρούσα απόφαση ορίζει μηδενικές καταβολές διάρκειας τριών (3) ετών χωρίς επαναξιολόγηση της οικονομικής της κατάστασης. Η ανωτέρω ρύθμιση άρθρου 8 παραγρ. 5 θα συνδυαστεί και με αυτή του άρθρου. 9 παραγρ. 2 του ν. 4161/2013 προκείμενου να μην εκποιηθεί η κύρια κατοικία της αιτούσας. Στην προκειμένη περίπτωση, η συνολική οφειλή προς διανομή μετά την παρέλευση της τριετίας ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 236.467,25 ευρώ ποσό το οποίο υπερβαίνει το 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας της αιτούσας, που ανέρχεται σε 26.784,64 ευρώ (33.480,80 ευρώ η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας της σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από την αιτούσα ΕΝΦΙΑ του έτους 2020 Χ 80%). Σύμφωνα δε με τα ανωτέρω, η αιτούσα, θα κληθεί να αποπληρώσει το ποσό των 26.784,64 ευρώ, η δε αποπληρωμή θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ: ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτησή της, η οποία κατόπιν επαναπροσδιορισμού στην ειδική πλατφόρμα της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους έλαβε Γενικό Αριθμό Κατάθεσης αίτησης και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης. ΟΡΙΖΕΙ μηδενικές καταβολές για χρονικό διάστημα τριών ετών (3) για την αιτούσα χωρίς επαναξιολόγηση της οικονομικής της κατάστασης. ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης την κύρια κατοικία της αιτούσας. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αιτούσα την υποχρέωση να καταβάλλει για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της το ποσό των είκοσι έξι χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών (26.784,64) σε 240 μηνιαίες δόσεις των εκατόν έντεκα ευρώ και εξήντα ενός λεπτού (111,61) η κάθε μια. Η καταβολή των ως άνω δόσεων θα ξεκινήσει εντός του πρώτου πενταημέρου του πρώτου μήνα μετά από την συμπλήρωση τριών ετών από την δημοσίευση της παρούσας απόφασης, θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ενώ με το ποσό αυτό θα ικανοποιηθούν πρώτα οι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες πιστώτριες και στη συνέχεια οι λοιπές πιστώτριες.
