ΡΥΘΜΙΣΗ ΟΦΕΙΛΗΣ-ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΧΡΕΟΥΣ ΥΨΟΥΣ 30.000 ΕΥΡΩ-ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΕΝΣΤΑΣΕΩΝ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΠΕΡΙ ΔΟΛΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ
Νομική Προστασία κατά τραπεζών

Αναστολή Εκτέλεσης: Μη Νομιμοποιημένο Fund

Το Δικαστήριο αποδέχθηκε το λόγο της ανακοπής που πρότεινε με σχετικό δικόγραφό της η κα. ΘΕΟΔΩΡΑ ΣΠ. ΜΑΖΑΡΑΚΗ περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της doVALUE για το λόγο ότι η ως άνω φερόμενη ως διαχειρίστρια δεν προσκόμισε κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, ολόκληρη την σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, σύμφωνα με το αρθρ. 10 του ν. 3156/2003, δυνάμει της οποίας η τραπεζική εταιρεία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» μεταβίβασε στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων. Επίσης, από κανένα έγγραφο δεν αποδεικνύεται ότι μεταξύ των συμβάσεων που της μεταβιβάσθηκαν περιλαμβάνεται και η απαίτηση από την επίδικη δανειακή σύμβαση.

Ειδικότερα, η ανωτέρω απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με τον πρώτο λόγο της ανακοπής μας: «….Από τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος στη γραμματεία του δικαστηρίου, πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή και ότι σ’ αυτή πρέπει να επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και το πρόσωπο του δικαιούχου και του οφειλέτη, στα οποία, σε περίπτωση ειδικής ή καθολικής διαδοχής στο πρόσωπο του αιτούντος ή του καθ’ ού η αίτηση, περιλαμβάνονται και τα απαιτούμενα προς τούτο νομιμοποιητικά έγγραφα. Ειδικότερα, ενεργητικά νομιμοποιείται για την υποβολή της αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος της απαίτησης, ο οποίος, εάν έχει χωρήσει μεταβολή στα υποκείμενα της ουσιαστικής έννομης σχέσης, πρέπει να αναφέρει στην αίτησή του ότι έχει χωρήσει διαδοχή ή άλλη μεταβολή και να αποδείξει με έγγραφα ότι συνέτρεξε η διαδοχή ή η μεταβολή, που τον νομιμοποιεί ενεργητικά στην άσκηση της αίτησης, αν και δεν ήταν αρχικά, πριν από το χρόνο άσκησης της αίτησης, φορέας της ουσιαστικής έννομης σχέσης, ενώ, εάν ήταν αρχικά φορέας της ουσιαστικής έννομης σχέσης και έπαψε, πρέπει να προσδιορίσει με ποια ιδιότητα αιτείται την έκδοση, διαταγής πληρωμής (ΑΠ 914/2018, ΕφΠατρ 9/2021, ΜΠρΑθ 4485/2021, ΜΠρΗρ 474/2020, ΜΠρΛαρ 19/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εάν δεν προσκομισθούν στον αρμόδιο δικαστή το αργότερο πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής τα ανωτέρω έγγραφα, ο τελευταίος οφείλει, κατ’ άρθρο 628 παρ. 1 στοιχ. α’ ΚΠολΔ, να απορρίψει τη σχετική αίτηση ως απαράδεκτη. Εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης εκδοθεί διαταγής πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του καθ’ ού η διαταγή, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της ουσιαστικής απαίτησης με τη βραδύτερη (μετά την έκδοση της διαταγής απόδοσης) προσαγωγή των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων. Έτσι το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, εάν από τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα έκδοσης της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και η νομιμοποίηση του αιτούντος και του καθ’ ού η αίτηση σε περίπτωση διαδοχής, δεν μπορεί να διαγνώσει, στηριζόμενο σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από αυτά, που προσκομίστηκαν και υποβλήθηκαν στο δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή και συγκεκριμένα σε έγγραφα προσκομιζόμενα το πρώτο στη δίκη της ανακοπής, αλλά οφείλει να δεχθεί το αίτημα της ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, χωρίς όμως η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, η οποία δεν διαγνώσθηκε (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 914/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ως νομιμοποιούντα τον διάδικο έγγραφα νοούνται τα αποδεικνύοντα την διαδοχή και πρέπει να προσκομίζονται είτε αυτά είναι δημόσια, είτε ιδιωτικά. Απαιτείται δε η προσκόμιση ολόκληρων των εγγράφων και όχι αποσπασμάτων. Αυτά πρέπει να προσκομίζονται ως πρωτότυπα επίσημα έγγραφα. Επί παραδείγματι, σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα άποψη σε νομολογία και θεωρία, η εκδοχέας της απαίτησης νομιμοποιείται ενεργητικά, εφόσον είχε προηγηθεί κοινοποίηση αναγγελίας της εκχώρησης στον οφειλέτη και μάλιστα ολόκληρου του εκχωρητηρίου. Με βάση τα ανωτέρω, η ουσιαστικού δικαίου σύμβαση κοινοποιείται μόνο στην περίπτωση της ένδικης διαδοχής, διότι εκεί είναι απαραίτητη η αναγωγή στις επιμέρους συμφωνίες (λ.χ. της εκχωρήσεως), ώστε να διαπιστωθεί ο φορέας του επιδίκου δικαιώματος, που αποτελεί ουσιαστικό συστατικό στοιχείο της νομιμοποιήσεως, αντίθετα, στην περίπτωση της (οιονεί) καθολικής διαδοχής, ανάγκη για εξακρίβωση του φορέα συγκεκριμένων δικαιωμάτων της διαδοχής δεν υφίσταται, διότι η περιουσία της απορροφώμενης εταιρείας μεταβαίνει ως σύνολο στην απορρωφώσα εταιρεία, ώστε να αρκούν τα έγγραφα, που πιστοποιούν τη συνολική αυτή περιουσιακή μετατόπιση για την απόδειξη της αλλαγής του φορέα του συνόλου των ουσιαστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, άρα και της νομιμοποιήσεως (ΒΛ. ΑΠ 345/2006 σε ΝΟΜΟΣ). Στο πλαίσιο αυτό σημειώνεται  ότι η δημοσίευση περίληψης των συμβάσεων πώλησης και μεταβίβασης επιχερηματικών απαιτήσεων του ν. 3156/2003, εξυπηρετεί την ισχύ της σύμβασης μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων έναντι των τρίτων, έναντι, μάλιστα, των οποίων αποκτώνται δικαιώματα μετά την αναγγελία (άρθρ. 10 &10 ν. 3156/2003) και δεν αντικαθιστά την υποχρέωση προσκομιδής της αντίστοιχης σύμβασης για την απόδειξη της ενεργητικής νομιμοποίησης του αποκτώντος (βλ. ΕφΕυβ 170/2020, αδημ). Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 «Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 και κατισχύει των συμφωνιών μεταξύ μεταβιβάζοντος και τρίτων περί ανεκχώρητου των μεταξύ τους απαιτήσεων». Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, ορίζεται ότι «1. Η δημοσίευση γίνεται, ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, με κατάθεση του εντύπου που περιέχει περιληπτικά και στοιχεία του άρθρου 1 και υπογράφεται από τα μέρη και, στην περίπτωση του τρίτου εδαφίου της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 1, από τους συγκυρίους. Το γνήσιο της υπογραφής θεωρείται από τον ενεχυροφύλακα, εκτός αν είναι ήδη θεωρημένο από αστυνομική ή άλλη δημόσια αρχή ή από συμβολαιογράφο. Η κατάθεση γίνεται στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του ενεχυραστή ή, αν ο ενεχυραστής δεν έχει κατοικία ή έδρα στην ελληνική επικράτεια, στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών. Η μορφή του εντύπου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης». Η δε διάταξη του άρθρου 1 του νόμου αυτού ορίζει στην παρ. 2, ότι, «Στη συμφωνία πρέπει να προσδιορίζεται η ασφαλιζόμενη απαίτηση και το ποσό έως το οποίο αυτή ασφαλίζεται, να βρίσκεται, καθώς και η διεύθυνση της κατοικίας ή της έδρας του ενεχυραστή». Κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων το περιεχόμενο των σχετικών εντύπων, διαμορφώθηκε αρχικά δυνάμει της υπ’ αριθμόν ΥΑ 161338/2003, Καθορισμός εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του Ν. 3156/2003 (ΦΕΚ β’ 1688/18.11.2003), σύμφωνα με την οποία, «Οι προβλεπόμενες από το άρθρο 10&8 ν. 3156/2003 συμβάσεις, συντάσσονται σε έντυπο, το οποίο εκτυπώνεται σε λευκό χαρτί γραφής 100 γραμμαρίων και αποτελείται από ένα φύλλο. Το φύλλο έχει διαστάσεις 42 εκατοστά (πλάτος) επί 29,7 εκατοστά (μήκος) και διαιρείται σε δύο ημίφυλλα. Στην πρώτη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: 1) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, 2) οι όροι της σύμβασης (το νόμισμα και ποσό του τιμήματος αγοράς, ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης πώλησης, εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία και λοιποί ουσιώδεις όροι).3) ο τύπος των μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων (γενική περιγραφή της επιχειρηματικής απαίτησης και νόμισμα). Στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο,  τα ονοματεπώνυμο και δ/νσεις των οφειλετών και εγγυητών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Στην ίδια σελίδα τίθενται επίσης η ημερομηνία και οι υπογραφές των συμβαλλομένων και η θεώρηση αυτών. Στην τρίτη σελίδα του εντύπου καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών. Το αναλυτικό περιεχόμενο κάθε σελίδας με τις οικείες υποσημειώσεις εμφαίνεται στα προσαρτήματα στο παράρτημα της παρούσας απόφασης υποδείγματα». Η ως άνω Υπουργική Απόφαση, καταργήθηκε με την ΥΑ 20783/2020 (ΦΕΚ Β’ 4644/9-11-2020), «Καθορισμός εντύπου σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων (παρ. 14 και 16 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003)», η οποία επέφερε μικρές αλλαγές στο αξιούμενο περιεχόμενο του εντύπου, κυρίως, όμως, εισήγαγε την δυνατότητα αντί της προσάρτησης του παραρτήματος με αναγραφή των στοιχείων εξατομίκευσης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων και των παρεπόμενων εμπράγματων και ενοχικών εξασφαλίσεων των, να είναι δυνατή η υποβολή της σύμβασης και του παραρτήματος με καταγραφή τους σε αρχείο ηλεκτρονικής μορφής που θα περιέχεται σε ψηφιακό δίσκο (CD) ή με άλλο ψηφιακό μέσο (ίδ. και υπ’ αριθμ. 1/2023 ΜονΠρΚεφ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με τον πρώτο λόγο ανακοπής, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου αυτού, οι ανακόπτοντες και ήδη αιτούντες αμφισβητούν την ενεργητική νομιμοποίηση της καθ’ ής, ισχυριζόμενοι ότι από τα έγγραφα που προσκόμισε η καθ’ ής κατά την υποβολή της αιτήσεώς της προς έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής – τα οποία δεν συγκοινοποιήθηκαν στους ανακόπτοντες με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και επιταγή -, δεν αποδεικνύεται πλήρως η ενεργητική της νομιμοποίηση να αιτηθεί την έκδοση διαταγής πληρωμής και βάσει αυτής να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον τους, ως διαχειρίστρια των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY» ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.». Ειδικότερα ισχυρίζονται, ότι η καθ’ ής η ανακοπή δεν προσκόμισε κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και ουδέποτε γνωστοποίησε στους ανακόπτοντες τα αποδεικτικά της νομιμοποίησής της έγγραφα. Ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν προσκομίστηκε κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής ολόκληρο το κείμενο της από 17-12-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης των τιτλοποιημένων απαιτήσεων από την τραπεζική εταιρεία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία ««FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», και της σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων από την εταιρεία με την επωνυμία «FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY, προς την καθ’ ής διαχειρίστρια εταιρεία με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ελέγξουν, καταρχάς, εάν μεταβιβάσθηκε και η απαίτηση από την επίδικη δανειακή σύμβαση και με βάση ποιους ειδικότερους όρους και συμφωνίες, ώστε να μπορούν να προβάλλουν τυχόν αντιρρήσεις κατά της μεταβίβασης αυτής, αφετέρου να μην είναι σε θέση να διακριβώσουν με ασφάλεια αν στη σύμβαση διαχείρισης περιλαμβάνεται η επίδικη απαίτηση που μεταβιβάστηκε από την πιστώτρια τράπεζα, αν η σύμβαση ανάθεσης της διαχείρισης έχει καταρτιστεί νομίμως και ποιες οι εξουσίες και αρμοδιότητες του διαχειριστή των απαιτήσεων. Με αυτό το περιεχόμενο, ο λόγος ανακοπής είναι ορισμένος και νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις που αναφέρονται στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, πιθανολογήθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» και των αιτούντων, με την ιδιότητα της οφειλέτη και του εγγυητή αντίστοιχα, καταρτίστηκε στο Κερατσίνι Αττικής, η από 13-05-1999 ιδιωτική σύμβαση δανείου τοκοχρεωλυτικού δραχμών 23.000.000, σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν όρους. Περαιτέρω, ο δεύτερος των ανακοπτόντων εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης, ευθυνόμενος εις ολόκληρον με την πρωτοφειλέτρια, πρώτη των ανακοπτόντων, την κανονική εξυπηρέτηση της υποχρέωσης της τελευταίας, απορρέουσας από την ανωτέρω σύμβαση δανείου, παραιτούμενος των πάσης φύσεως ευεργετημάτων δικαιωμάτων και εντάσεων που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρ. 853, 863, 866, 867, 868 ΑΚ, όπως, επίσης, και της ενστάσεως της διζήσεως. Εν συνεχεία, μεταβιβάστηκαν από την «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», δυνάμει της από 17-12-2021 συμφωνίας πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 10 του ν. 3156/2003, η οποία καταχωρήθηκε την 17-12-2021 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρ. 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμ. πρωτ. 717/17-12-2021 στον τ. 13 και με α/α 207 σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρ. 10 & 8 του ν. 3156/2003, απαιτήσεις από δάνεια και λοιπές πιστώσεις σε μεγάλες, μικρομεσαίες, μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες καθώς και στεγαστικά δάνεια σε ασφάλεια των οποίων υφίστανται εμπράγματες και λοιπές εξασφαλίσεις μετά των παρεπόμενων, διαπλαστικών καθώς και άλλων δικαιωμάτων, εφόσον αυτά συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένου του διαπλαστικού δικαιώματος καταγγελίας, ως αυτές – οι απαιτήσεις – εξατομικεύονται  στο υποβληθέν παράρτημα (σελ. 1-63, 493). Στη συνέχεια, δυνάμει της με αριθμ. πρωτ. 31/20-1-2022 δημοσίευση της από 20-01-2022 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, νομίμως καταχωρημένης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών τόμος 13/αυξ. αρ. 278, η μεταβιβάζουσα τραπεζική εταιρεία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» και η αποκτώσα αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY» προέβησαν σε ορθή επανάληψη του παραρτήματος της από 17-12-2021 σύμβασης μεταβίβασης. Η δε διαχείριση και είσπραξη μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων ανατέθηκε από την ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού στην καθ’ ής η ανακοπή, δυνάμει της από 04-02-2022 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, σύμφωνα με τα άρθρ. 10&14 και 16 του ν. 3156/2003, η οποία καταχωρήθηκε στις 04-02-2022 στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αρ. πρωτ. 72/04-02-2022, στον τ. 13 με αριθμ. 319 και της με αριθμ. 857/08-11-2022 δημοσίευσης της από 08-11-2022 σύμβασης συμπλήρωσης το υπ’ αριθμ. 72/04-02-2022 εντύπου δημοσίευσης της από 17-12-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων. Περαιτέρω, η καθ’ ής η ανακοπή, επικαλούμενη ότι πλέον ενεργεί ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος καθώς και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της προαναφερόμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, μεταξύ των οποίων (απαιτήσεων) περιλαμβάνονται και οι επίδικες απαιτήσεις, με το από 31-10-2022 εξώδικο έγγραφό της, το οποίο κοινοποιήθηκε στους ανακόπτοντες στις 14-11-2022 (βλ. τις  με αριθμ. 5166Β/14-11-2022 και 5170Β/14-11-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Νικολάου Βας. Τσέλιου), γνωστοποίησε στους τελευταίους το κλείσιμο της ως άνω δανειακής σύμβασης και του λογαριασμού που την εξυπηρετούσε και κάλεσε αυτούς να καταβάλλουν αμέσως το συνολικό οφειλόμενο χρεωστικό κατάλοιπο των 36.171,54 ευρώ, εντόκως με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας μέχρις εξοφλήσεως. Ακολούθως, μετά από αίτηση της καθ’ ής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 345/2023 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Πειραιά, με την οποία οι ανακόπτοντες διατάχθηκαν να καταβάλλουν, έκαστος εξ αυτών εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 20.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, όπως αυτός καθορίζεται από τη σύμβαση, από την επομένη της επίδοσης της εξώδικης καταγγελίας, ήτοι από την 15-11-2022, πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων, ανατοκιζομένων νομίμως ανά εξάμηνο, μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης καθώς και ποσό 400 ευρώ ως δικαστικά έξοδα για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ενώ την 31-07-2023 η καθ’ ής κοινοποίησε στους ανακόπτοντες επικυρωμένο αντιπεφωνημένο φωτοτυπικό αντίγραφο από το με αριθμ. 338/2023 α’ απόγραφο εκτελεστό της με αριθμ. 345/2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Πειραιά, μαζί με την παρά πόδας αυτού παραγγελία προς επίδοση, όπως επίσης και την από 21-07-2023 επιταγή προς πληρωμή. Με την κατάθεση της αίτησης για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής προσκομίστηκαν, μεταξύ άλλων, από την καθ ής: 1) περίληψη της από 17-10-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων της τραπεζικής εταιρείας «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», νομίμως καταχωρημένη στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμ. πρωτ. 717/17-12-2021, τόμος 13/αυξ. αρ. 207, 2) περίληψη της από 20-01-2022 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, με την οποία η μεταβιβάζουσα τραπεζική εταιρεία ‘ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» και η αποκτώσα αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», προέβησαν σε ορθή επανάληψη του παραρτήματος των απαιτήσεων της από 17-12-2021 σύμβασης μεταβίβασης, νομίμως καταχωρημένη στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμ. πρωτ. 31/20-01-2022, τόμος 13/αυξ. αρ. 278, 3) περίληψη της από 04-02-2022 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων της αλλοδαπής «FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», με την καθ ής διαχειρίστρια εταιρεία, νομίμως καταχωρημένη στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμ. πρωτ. 72/04-02-2022, τ. 13/αυξ. αρ 319 και 4) περίληψη της από 08-11-2022 σύμβασης συμπλήρωσης του υπ αριθμ. 72/04-02-2022 έντυπου δημοσίευσης της από 17-12-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως καταχωρημένη στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμ. πρωτ. 857/08-11-2022 τ. 15/αυξ. αρ. 104. Τούτων λεχθέντων, πιθανολογείται ότι από τα έγγραφα που προσκόμισε η καθ ής, κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αφενός δεν προκύπτει αν οι απορρέουσες από την επίδικη δανειακή σύμβαση απαιτήσεις μεταβιβάστηκαν και αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού «FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY με την από 17-12-2021 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων. Από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν αποδεικνύεται η νομιμοποίηση της αποκτώσας εταιρείας και κατ επέκταση της καθ ής διαχειρίστριας εταιρείας, για την επίδικη απαίτηση, ενώ δεν προσκομίστηκε και κανένα άλλο έγγραφο αποδεικτικό της εκχώρησης της επίμαχης απαίτησης, δεδομένου μάλιστα ότι στα οικεία παραρτήματα των συμβάσεων πώλησης και μεταβίβασης δεν προκύπτει εάν η επίδικη απαίτηση μεταβιβάστηκε στην αλλοδαπή εταιρεία, καθόσον σε αυτή δεν αναγράφονται τα στοιχεία εκείνα με τα οποία θα μπορούσαν να ταυτοποιηθούν τα στοιχεία της επίδικης σύμβασης αφού μολονότι αναφέρονται τα ατομικά στοιχεία των αιτούντων (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση κατοικίας και ΑΦΜ), τα υπόλοιπα στοιχεία που αφορούν στο δανειακό προϊόν και συγκεκριμένα ο αριθμός δανειακής σύμβασης και ο αριθμός λογαριασμού δεν προκύπτουν από τη σύμβαση του επίδικου δανείου. Προσέτι δε, δεν αναγράφεται και οποιοδήποτε άλλο προσδιοριστικό στοιχείο ικανό να ταυτοποιήσει την μεταβιβαζόμενη απαίτηση με την επίδικη όπως λ.χ. ημερομηνία υπογραφής της επίδικης σύμβασης. Επιπλέον, η καθ ής δεν προσκόμισε κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, ολόκληρη την από 17-12-2021 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, σύμφωνα με το αρθρ. 10 του ν. 3156/2003, δυνάμει της οποίας η τραπεζική εταιρεία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» μεταβίβασε στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων, ως ισχυρίζεται, περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις από την επίδικη δανειακή σύμβαση, ολόκληρη την από 20-01-2022 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, με την οποία η μεταβιβάζουσα τραπεζική εταιρεία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» και η αποκτώσα αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY» προβαίνουν σε ορθή επανάληψη του παραρτήματος της από 17-12-2021 σύμβασης μεταβίβασης, όπως, επίσης, η (καθ’ ής) δεν προσκόμισε κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, ολόκληρο το κείμενο της από 04-02-2022 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, σύμφωνα με το άρθρ. 10&14 και 16 του ν. 3156/2003, δυνάμει της οποίας η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», ανέθεσε τη διαχείριση του χαρτοφυλακείου απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια που αγόρασε από την   προαναφερόμενη σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων στην καθ’ ής. Οι ως άνω παραλείψεις έχουν ως συνέπεια να μην μπορεί η ειδική διάδοχος του πιστούχου και αρχικής δικαιούχου, και κατ επέκταση η διαχειρίστρια της απαίτησης, που ενεργεί δυνάμει σύμβασης για λογαριασμό της, να αιτηθεί την έκδοση διαταγής πληρωμής και στη συνέχεια να αρχίσει βάσει αυτής διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, δίχως να αποδεικνύεται εγγράφως η νομιμοποίησή της, ήτοι δίχως να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κατά την αίτηση έκδοσης διαταγής πληρωμής άπαντα και πλήρη τα έγγραφα που τη νομιμοποιούν, τα οποία, άλλωστε σε κάθε περίπτωση πρέπει να γνωστοποιηθούν και στους καθ’ ών η διαταγή πληρωμής και εκτέλεση, και μάλιστα δίχως την απαίτηση δικονομικής βλάβης των καθ ών, η οποία, ωστόσο, είναι προφανής στην υπό κρίση περίπτωση καθώς οι ανακόπτοντες αδυνατούν να ελέγξουν αν, καταρχάς, οι απορρέουσες από την επίδικη σύμβαση δανείου απαιτήσεις περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων που μεταβιβάστηκε, ούτε μπορούν να ελέγξουν την ύπαρξη όρων που ενδεχομένως περιέχουν ποσοτικούς και χρονικούς  περιορισμούς αναφορικά με την μεταβίβαση ή τη δικαστική επιδίωξη της επιτασσόμενης απαίτησης, αιρέσεις σχετικά με αυτή, ακόμα και να ελέγξουν τα εξωτερικά στοιχεία νομιμότητας της σύμβασης μεταβίβασης. Σημειώνεται ότι η απαίτηση προσκόμισης και γνωστοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων, αναφέρεται σε ολόκληρο το κείμενο της σύμβασης μεταβίβασης και στην σελίδα του παρατήματος που αφορά την εκάστοτε επισπευδόμενη απαίτηση, και όχι σε ολόκληρα τα παραρτήματα της σύμβασης, στα οποία αναφέρονται ατομικά στοιχεία όλων των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, των ασφαλειών αυτών κ.α., ώστε με τον τρόπο αυτό να μην δημιουργούνται υπερβολικά έξοδα (τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυσανάλογα με την κατασχεθείσα περιουσία του οφειλέτη) και ιδιαίτερες πρακτικές δυσχέρειες κατά το στάδιο της επίδοσης, ούτε όμως και να τίθεται ζήτημα κοινοποίησης  προσωπικών δεδομένων τρίτων οφειλετών ή άλλων πληροφοριών που καταλαμβάνονται από το τραπεζικό απόρρητο, κατά τις ρυθμίσεις του Κανονισμού 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας  των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι εάν ήθελε εκτιμηθεί, ότι σκοπός του νομοθέτη, ήταν το περιεχόμενο των εντύπων δημοσίευσης της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και της σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, να αποτελεί ταυτόχρονα και το ελάχιστο αναγκαίο υλικό που προσκομίζεται στο Δικαστήριο προς απόδειξη της νομιμοποίησης και γνωστοποιείται στον καθ’ ού προς ενημέρωσή του για την επιγενόμενη ειδική διαδοχή, τότε το περιεχόμενο των εντύπων θα πρέπει να περιέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία που αναφέρονται στις διατάξεις του ν. 2844/2000 και στην ισχύουσα, ανάλογα με τον χρόνο δημοσίευσης της σύμβασης, Υπουργική Απόφαση. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, όπως αποτυπώνονται στην υπό στοιχεία ΙΙ, νομική σκέψη της παρούσας, θα πρέπει μεταξύ άλλων, να αναφέρονται το ποσό του τιμήματος  της μεταβίβασης, οι ουσιώδεις όροι της σύμβασης και το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο και το ποσό έως το οποίο αυτή ασφαλίζεται. Πλην, όμως, στην υπό κρίση περίπτωση, το υπ’ αριθμ. πρωτ. 717/17-12-2021 έντυπο που δημοσιεύτηκε στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, αναφορικά με το ποσό του τιμήματος αγοράς αναφέρει ότι «το τίμημα σε Ευρώ που συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών (Μεταβιβάζοντος και Αποκτώντος) στην από 17-12-2021 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Απαιτήσεων (Greek Assignement Agreement) μεταξύ του Μεταβιβάζοντος και του Αποκτώντος, στο άρθρο 6 της οποίας γίνεται παραπομπή στο σχετικό τίμημα», στο δε τμήμα του ανωτέρω έντυπου με τίτλο «λοιποί ουσιώδεις όροι» ουδείς όρος αναφέρεται, αλλά γίνεται παραπομπή στην από 17-12-2021 σύμβαση μεταξύ του Μεταβιβάζοντος και του Αποκτώντος. Επιπρόσθετα, το υπ’ αριθμ. πρωτ. 72/04-02-2022 έντυπο δημοσίευσης σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που δημοσιεύτηκε στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, αναφορικά με την περίληψη των εξουσιών του Διαχειριστή απαιτήσεων αναφέρεται «Όλες οι υπηρεσίες είσπραξης και εν γένει διαχείρισης τιτλοποιούμενων απαιτήσεων (συμπεριλαμβανομένων μη εξυπηρετούμενων, καταγγελμένων και ενήμερων απαιτήσεων) από στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια, εξασφαλισμένα με προσημείωση ή/και υποθήκη, καθώς και άλλα δάνεια μαζί με τα παρεπόμενα και διαπλαστικά δικαιώματα, απαιτήσεις και εξασφαλίσεις, όπως ενδεικτικά ενημέρωση και εξυπηρέτηση οφειλετών, δικαστική επιδίωξη απαιτήσεων, διατήρηση, διαχείριση και εκτέλεση εμπράγματων και ενοχικών εξασφαλίσεων κ.α.», πλην όμως σε κανένα σημείο του εντύπου δε γίνεται ουδεμία αναφορά σε ποιο χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων αφορά η συγκεκριμένη σύμβαση διαχείρισης (έστω και με αναφορά του αριθμού πρωτοκόλλου της δημοσιευθείσας περίληψης της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων), ήτοι υπάρχει πλήρης ασάφεια και αοριστία, με βάση το συγκεκριμένο έντυπο που προσκομίστηκε κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, ως προς το αν η εξουσία διαχείρισης της καθ’ ής, εκτείνεται και στις απορρέουσες από την επίδικη δανειακή σύμβαση απαιτήσεις. Εκ των ανωτέρω πιθανολογείται, ότι και in concrete τα εν λόγω έντυπα που προορίζονται για τις  διατυπώσεις δημοσιότητας ότι είναι δυνατό να υποκαταστήσουν την προσκόμιση και γνωστοποίηση ολόκληρων των συμβάσεων, ιδίως ενόψει της παντελούς έλλειψης αναφοράς των ουσιωδών όρων αυτών και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα αναλυτικά αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας, ο πρώτος λόγος της ανακοπής κατά της υπ’ αριθμ. 345/2023 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Πειραιά και της από 21-7-2023 επιταγής προς πληρωμή, που έχει τεθεί κάτω από το ακριβές αντίγραφο του α’ εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής πιθανολογείται ότι θα γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ’ ουσίαν και θα ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και επιταγή προς πληρωμή….».