Νομική Προστασία κατά τραπεζών

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ Ν. 3869

ΔΕΚΤΗ ΑΙΤΗΣΗ ΝΟΜΟΥ ΚΑΤΣΕΛΗ ΠΟΥ ΕΠΙΣΠΕΥΘΗΚΕ ΜΕΣΩ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑΣ- ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΟΛΟΥ ΤΗΣ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ-ΥΠΑΓΩΓΗ ΜΙΚΡΕΜΠΟΡΟΥ ΣΤΟΝ ΝΟΜΟ-ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΟΦΕΙΛΗΣ ΑΝΩ ΤΩΝ 40.000 ΕΥΡΩ

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ 334/2021 (ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ)

Οι αιτούντες ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 10-12-2013 αίτησή τους. Η ως άνω αίτησή τους, κατόπιν κατάθεσης στην Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Χρέους της με αριθμό ηλεκτρονικής αίτησης επαναπροσδιορισμού βάσει του ν. 4745/2020, έλαβε νέο γενικό και ειδικό αριθμό κατάθεσης, ως προκύπτει από την προσαγόμενη με επίκληση βεβαίωση της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους και σύμφωνα με την Έκθεση Κατάθεσης Δικογράφου Επαναπροσδιορισμού κατά τις διατάξεις του ν. 4745/2020 του Ειρηνοδικείου Πειραιώς.

Η διάταξη του άρθρ. 388 ΑΚ, σε συνδυασμό με την αρχή της καλόπιστης εκτέλεσης των ενοχών που καθιερώνεται από την διάταξη του άρθρ. 288 ΑΚ, στοχεύει στην οριοθέτηση της παροχής του οφειλέτη και την επαναφορά της ισορροπίας μεταξύ των μερών, αφού ληφθεί υπόψη η παροχή εκείνη που διαταράχθηκε λόγω διαφόρων απρόβλεπτων περιστατικών, χωρίς να παραβλέπεται η ασφάλεια των συναλλαγών και γενικότερα του Δικαίου. Εξάλλου, η υπερχρέωση των πολιτών και o εξ αυτής αποκλεισμός τους από την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα οδήγησε στην θέσπιση του ν. 3869/2010, με σκοπό την απελευθέρωση των οφειλετών από την κατάσταση παραγωγικής αδράνειας και εγκλωβισμού στην οποία έχουν περιέλθει. O ως άνω νόμος αποβλέπει στην δυνατότητα να δοθεί δεύτερη ευκαιρία στο υπερχρεωμένο φυσικό πρόσωπο για επανένταξη στην κοινωνική και οικονομική ζωή με την επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 3869/2010 και ΕιρΑκράτας 7 και 8/2012 αδημ.). Γίνεται δε μνεία ότι υπερχρεωμένο είναι το  νοικοκυριό εκείνο, του οποίου, μετά την αφαίρεση των αναγκαίων δαπανών για την κάλυψη των καθημερινών αναγκών, το εναπομείναν υπόλοιπο των εισοδημάτων δεν επαρκεί για την εκ μέρους του οφειλέτη εκπλήρωση των ληξιπρόθεσμων και μη  οφειλών του προς τους πιστωτές του. Βασικότερες αιτίες υπερχρέωσης θεωρούνται η εισοδηματική στενότητα, τα υψηλά επιτόκια στον χώρο της καταναλωτικής πίστης, οι επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων από τραπεζικές εταιρείες, οι ατυχείς προγραμματισμοί, αλλά και τυχόν απρόβλεπτα γεγονότα στη ζωή των δανειοληπτών. Ως εκ τούτου, η επιδίωξη του αιτούντος για ρύθμιση των χρεών του, σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα του ν. 3869/2Ο1Ο, δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, δηλαδή άσκηση με τρόπο αντίθετο στην  καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του, αφού ο δανειολήπτης ασκεί νόμιμο  δικαίωμά του σε ένα σύγχρονο Κράτος Δικαίου που επιτάσσει τον οικονομικό και κοινωνικό απεγκλωβισμό του, προκειμένου να ενταχθεί στην κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα, με γνώμονα το γενικότερο συμφέρον. Συνεπώς, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ούτε η δημιουργία εύλογης πεποίθησης στους πιστωτές ότι o  οφειλέτης δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του αυτό, ενώ οι επαχθείς γι’ αυτούς συνέπειες από την υπαγωγή των αιτούντων στον ν. 3869/2Ο10 συνιστούν, βέβαια, επέμβαση στις απαιτήσεις τους, οι οποίες όμως  διαμορφώθηκαν σε υψηλά, σε σχέση με το ύψος του χορηγηθέντος κεφαλαίου, ποσά, λόγω των επιτοκίων που ισχύουν στον χώρο της καταναλωτικής πίστης, με συνέπεια την υπερχρέωση των πολιτών, που καθιστά αναγκαία τη μείωση των απαιτήσεών τους αυτών ή/και την επιμήκυνσή τους, ώστε να εξασφαλιστεί στους οφειλέτες ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης και να μπορέσουν αυτοί να επανενταχθούν στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, κάτι που αποτελεί σκοπό του νόμου και εξυπηρετεί το γενικότερο κοινωνικό συμφέρον, το οποίο υπερτερεί αυτού των πιστωτριών τραπεζών (βλ. ΜΠρΑλεξανδρούπολης  190/2012 και ΕιρΛάρισας 65/2013 αδημ.). Περαιτέρω η προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως   δικαιώματος των αιτούντων από τις καθ’ ων περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος των αιτούντων σχετικά με την υποβολή της παρούσης αιτήσεως για υπαγωγή τους στο ν. 3869/2010, τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη και τούτο, διότι κατά την παρούσα διαδικασία ρύθμισης οφειλών, επίδικο δεν τυγχάνει το ουσιαστικό δικαίωμα, αλλά το διαπλαστικό δικονομικό δικαίωμα του δικαιούχου περί της υπαγωγής του στο ν. 3869/10 ως και τη ρύθμιση  των οφειλών του από το Δικαστήριο. Συνεπώς, ερευνητέο τυγχάνει το κατά πόσον νοείται καταχρηστική άσκηση του εν λόγω δικονομικού (δημοσίου) δικαιώματος. Στο πεδίο του δικονομικού δικαίου η διάταξη της ΑΚ 281 τυγχάνει παντελώς ανεφάρμοστη και τούτο διότι, αυτή αναφέρεται σε ιδιωτικά δικαιώματα (Ράμμος, Εγχ. 1, 1980, παρ. 228, σελ. 624, 625, Μπέης Ερμην. ΚΠολΔικ υπ’ αρ. 116, 111 σελ. 295, ΑΠ 224/1986 ΕλλΔνη 27, 1109).

Από την εκτίμηση των έγγραφων που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και από όλη εν γένει   την διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι αιτούντες, μεταξύ τους σύζυγοι, τυγχάνουν φυσικά πρόσωπα στερούμενα εμπορικής ιδιότητος και επομένως πτωχευτικής ικανότητος. O   πρώτος αιτών είναι ηλικίας σήμερα, 77 ετών και η δεύτερη 67 περίπου. Έχουν αποκτήσει τέκνα από το γάμο τους. O πρώτος αιτών κατά τον χρόνο αναλήψεως της πρώτης δανειακής υποχρεώσεως (το 2007) ήταν συνταξιούχος, ενώ κατά το παρελθόν ασκούσε το ελεύθερο επάγγελμα του εμπόρου και συγκεκριμένα, ασκούσε λιανικό εμπόριο ειδών νεωτερισμού, παιδικών ενδυμάτων, εσωρούχων κλπ. σε κατάστημα που μίσθωνε. Την μικροεμπορική του αυτή δραστηριότητα διέκοψε λόγω συνταξιοδότησης ένα έτος πριν να αναλάβει τις δανειακές του υποχρεώσεις προς τις καθ’ ών. Η αιτούσα έως την 11-4-2013 ασκούσε  μικροεμπορική δραστηριότητα, ήτοι λιανικό εμπόριο νεωτερισμών, ειδών νεωτερισμών και εσωρούχων. Για την άσκηση της μικροεμπορικής της αυτής δραστηριότητας δεν απασχολούσε προσωπικό, αλλά αυτοαπασχολούνταν, ενώ μίσθωνε ένα μικρής επιφανείας ισόγειο κατάστημα για τη χρήση της οποίας κατέβαλε κάθε μήνα το ποσόν των   315 ευρώ ως μίσθωμα. Σήμερα το εισόδημα των αιτούντων προέρχεται από την σύνταξη γήρατος του αιτούντος καθώς η αιτούσα δεν  λαμβάνει εισόδημα έχουσα υποβάλλει στις 10-12-2020 αίτησή της για απονομή σύνταξης από τον ΕΦΚΑ. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους και ήδη από τα έτη 2007 και εντεύθεν προέβησαν σε λήψη στεγαστικών δανείων καθώς και λήψη ανοιχτού καταναλωτικού δανείου, προκειμένου να προβούν σε οικοδόμηση της οικογενειακής τους οικίας. Το συνολικά οφειλόμενο ποσό ανέρχεται στο ποσό των 102.402 ευρώ. Τα περιουσιακά τους στοιχεία έχουν ως εξής: Α) Ο πρώτος των αιτούντων ως αποδεικνύεται τυγχάνει κύριος, νομέας και κάτοχος των κάτωθι οριζόντιων ιδιοκτησιών: α) ενός διαμερίσματος του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 86 τμ, ευρισκόμενο σε μία τριώροφη οικοδομή, που βρίσκεται στο Δήμο Πειραιά, έτους κατασκευής το 2003 και με αντικειμενική αξία 51.471 ευρώ. Το ως άνω διαμέρισμα αποτελεί την κυρία κατοικία των αιτούντων και υποβάλλεται αίτημα περί πλήρους εξαιρέσεως από τυχόν εκποίηση, β) μίας ημιτελούς, μη ηλεκτροδοτούμενης γκαρσονιέρας, η οποία βρίσκεται  στον 3ο όροφο, επιφανείας 26 τμ, του βρίσκεται στην ίδια ως άνω τριώροφη οικοδομή, στον Πειραιά Αττικής, έτους κατασκευής 2003 που η αντικειμενική της αξία ανέρχεται σήμερα στο των 8.694,40 ευρώ, πλην για την αποπεράτωσή της απαιτείται το ποσό των 10.000 ευρώ, ενώ κρίνεται ως ασύμφορη προς ρευστοποίηση εν όψει και των δαπανών αναγκαστικής εκποίησης. Β) H δεύτερη των αιτούντων ως αποδεικνύεται τυγχάνει κυρία και νομέας των κάτωθι ακινήτων: α) ενός οικοπέδου εντός οικισμού στην Μυτιλήνη του Νομού Λέσβου, επιφανείας 87,60 τμ, που είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και  έχει σήμερα αντικειμενική αξία 9.699,07 ευρώ, β) μίας ισόγειας παλιάς πλινθόκτιστης μονοκατοικίας επιφανείας 68,94 τμ, έτους   1977 που ανεγερθεί σ’ ένα αγροτεμάχιο εκτός σχεδίου επιφανείας 90,13 τμ, που βρίσκεται στην Μυτιλήνη του Νομού Λέσβου, που έχει σήμερα αντικειμενική αξία 32.012,41 ευρώ, γ) έξι (6) αγροτεμαχίων εκτός σχεδίου και ζώνης συνολική εκτάσεως 8,5 στρεμμάτων περίπου που βρίσκονται σε διάφορες θέσεις στη Μυτιλήνη του Νομού Λέσβου. Στο δικόγραφο εκ παραδρομής αναφέρεται ότι, η αιτούσα έχει το 100%  της πλήρους κυριότητας 4,5 στρεμμάτων, ενώ ουδεμία πρόθεση απόκρυψης περιουσιακών στοιχείων , αφού με  την υποβολή της αιτήσεως προσκομίσθηκαν και τα E9 της αιτούσης. Τα ως άνω αγροτεμάχια δεν έχουν εμπορική και αντικειμενική αξία. Είναι απρόσοδα και ουδέν οικονομικό  όφελος αποφέρουν στην αιτούσα, καθώς είναι ακαλλιέργητα, μη αρδευόμενα.

Κατά τον χρόνο ανάληψης των επίδικων δανειακών τους υποχρεώσεων οι αιτούντες, ήτοι το έτος 2007, μπορούσαν να ανταποκρίνονται στις μηνιαίες καταβολές των δανείων τους, αφού το μέσο εισόδημά τους ανερχόταν περίπου στα 2.000 ευρώ μηνιαίως. Τα πρώτα συμπτώματα της οικονομικής αδυναμίας τους να πληρώνουν τις συμφωνηθείσες δόσεις προς τις καθ’ ών έκαναν την εμφάνισή τους περί τα μέσα του 2012 και γι’ αυτό οι αιτούντες αναγκάσθηκαν να προβούν σε διακανονισμό των οφειλών τους προς  τις καθ’ ών μειώνοντας το ποσόν της μηνιαίας δόσεως τους. Ούτω, η συνταξιοδότηση μόνο ενός, η αύξηση των αναγκαίων και ανελαστικών εξόδων διατροφής τους, σε συνδυασμό με τη γενικότερη οικονομική κρίση που πλήττει τη χώρα και τις εκτεταμένες περικοπές των μηνιαίων εισοδημάτων μέσω των εμμέσων φόρων, και της ανόδου του τιμαρίθμου των βασικών ειδών διαβίωσης, θέρμανσης, ΔΕΚ0, κ.α. κοινωνικών αγαθών, επιδείνωσαν ραγδαία την οικονομική κατάστασή τους και κατέστησαν εν τέλει αδύνατη την εξυπηρέτηση των οφειλών τους με αποτέλεσμα να αδυνατούν να εξοφλήσουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις και να έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους. Πράγματι, όπως προκύπτει και από τα αναλυτικά αναφερόμενα στοιχεία, μετά την αφαίρεση των απολύτως αναγκαίων δαπανών διαβίωσης στερούνται επαρκών εισοδημάτων προκειμένου να καταφέρουν να ανταποκριθούν στις συμβατικές υποχρεώσεις τους προς τις καθ’ ων πιστώτριές τους, ύψους ήδη 1.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να συσσωρεύονται ληξιπρόθεσμες οφειλές που μάλιστα συνεχώς διογκώνονται, με την προσθήκη των τόκων υπερημερίας. Ως εκ τούτου, έχουν περιέλθει, άνευ δόλου τους, σε μόνιμη, πλήρη και γενική κατάσταση αδυναμίας πληρωμής ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών τους. Περαιτέρω η αδυναμία τους είναι γενική, καθώς με το μηνιαίο εισόδημά  τους, όπως αυτό διαμορφώθηκε, αφού αφαιρεθεί το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, αδυνατούν να καλύψουν τη συνολική μηνιαία δόση των επίδικων δανείων και λοιπών οικονομικών τους υποχρεώσεων. Η αδυναμία τους είναι σχεδόν μόνιμη, επειδή αναμένεται βασίμως η αύξηση του οικογενειακού τους εισοδήματος κατά το άμεσο προσεχές μέλλον από την συνταξιοδότηση της αιτούσας. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε δολιότητα των αιτούντων. Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω η αδυναμία αυτή των αιτούντων δεν οφείλεται σε δόλο, είχε εκδηλωθεί κατά τον χρόνο υποβολής της κρινομένης αιτήσεως και διατηρήθηκε έως σήμερα που συζητείται   η παρούσα αίτηση. Εν προκειμένω, οι αιτούντες, κατά τον χρόνο σύναψης των επίδικων δανειακών συμβάσεων ήταν σε θέση να αποπληρώνουν τις λελογισμένες και κατ’ αναλογία των οικονομικών τους δυνατοτήτων δανειακές τους υποχρεώσεις, ενώ δεν απέκρυψαν από τις πιστώτριές τους το μηνιαίο εισόδημά τους και τα λοιπά περιουσιακά τους στοιχεία, αφού επιπλέον οι καθ’ ων εγνώριζαν την οικονομική τους κατάσταση,- είτε αξιώνοντας προσκόμιση εκκαθαριστικών  σημειωμάτων, βεβαίωση αποδοχών κ.α., είτε προβαίνοντας σε αξιολόγηση μέσω συστημάτων ελεγκτικού μηχανισμού, ώστε να διαπιστωθεί η πιστοληπτική κατάσταση του εκάστοτε οφειλέτη- και επομένως οι ίδιες έθεσαν, εν μέρει, σε επισφάλεια τα συμφέροντά τους. Περαιτέρω, και στην συνέχεια φρόντισαν να διατηρήσουν το ενεργητικό της περιουσίας τους αποφεύγοντας επιπλέον πράξεις διογκώνουσες το παθητικό της, καθώς δεν προέβησαν σε δωρεές προς τρίτους, σε απόκρυψη των εισοδημάτων τους, ανακυκλούμενο δανεισμό, επιβλαβή  αναχρηματοδότηση, σκόπιμη ανεργία, ούτε εκποίησαν διά καταδολιευτικών μεταβιβάσεων περιουσιακά τους στοιχεία, ούτε και ανέλαβαν εικονικά χρέη τρίτων. Οι καθαρές μηνιαίες απολαβές τους ανέρχονται σήμερα, ως προαναφέρθη, σε 1.265€ ευρώ, ενώ το ποσό που δύνανται να διαθέσουν στις πιστώτριές τους επί πενταετία, λαμβανομένης υπόψη της προσωπικής και περιουσιακής τους κατάστασης, και αφού αφαιρεθεί το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών τους, τo ύψος του οποίου προσδιορίζεται κατ’ ελάχιστο από το παρόν Δικαστήριο σε 900 ευρώ, ανέρχεται σε εκείνο των 300 ευρώ μηνιαίως, εις ολόκληρον, και αφού δοθεί περίοδος χάριτος πέντε ετών, και προκειμένου να διασωθεί η κύρια κατοικία τους, θα καταβάλλουν, επίσης και το ποσό ύψους (51.471 X 80 %=) 41.176 ευρώ,   σε βάθος 20ετίας, λαμβανομένης υπόψη της διάρκειας των επίδικων δανειακών συμβάσεων και της ηλικίας τους, και επομένως η δόση θα ανέρχεται σε 171,57 ευρώ μηνιαίως, εντόκως.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινομένη αίτηση ως βάσιμη και στην ουσία της, απορριπτομένης ως ουσιαστικώς αβασίμου της κύριας παρέμβασης, και να ρυθμιστούν τα χρέη των αιτούντων.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *